Η ανάσα του πάγου: η πολική αρκούδα στην ονειρική λαογραφία των λαών του Βορρά

Ο πάγος τρίζει κάτω από το βαρύ της πέλμα και τα νύχια δημιουργούν μικροσκοπικά ανοίγματα στην σκληρή επιφάνεια του. Τα μαύρα μάτια στρέφονται προς τον αστροφώτιστο ουρανό και την απέραντη νύχτα του βορινού χειμώνα. Πείνα και μια αίσθηση απεραντοσύνης που σβήνει μέσα στο άσπιλο λευκό τοπίο. Τα ρουθούνια οσμίζονται άπληστα τον αέρα καθώς φτάνει κοντά της μια γνώριμη μυρωδιά: αυτή των ανθρώπων.

Κινείται γρήγορα προς το μέρος της και βλέπει από μακριά τη θολή λάμψη μιας χαμηλής φλόγας. Σπίτια από πάγο και κόκκινα πρόσωπα καλωσορίζουν τον ερχομό της. Οι άνθρωποι είναι ακόμη νέοι σε αυτόν τον κόσμο και σέβονται το πνεύμα του θανάτου. Θα ‘ρθει ο καιρός της ψιθυρίζει ο πάγος που θα πάψουν να σέβονται όμως τη ζωή…

Ιγιανγκά, Γιάνγκα, Άγκα

Άκουσε Ουρανέ, ακούστε Βουνά κι εσύ Ωκεανέ!

Ακούστε ζώα κι εσύ Κιγιάνγκακ, των πάντων θεέ.

Άνθρωποι από τις γιαράνγκα[1] σας βγείτε κι εσείς κι ακούστε!

Ποιος ματιά έχει κοφτερή, χέρι σίγουρο και πόδι ταχύ;

Ποιος το χιόνι διαβάζει και τα άστρα;

Ποιος κι από τον άνεμο πιο γρήγορα τρέχει;

Είναι ο Ναναούν που το νανούκ[2] νίκησε!

Ήλιε που στον Ουρανό κατοικείς,

Άσε τη θάλασσα να μας ταΐσει και με ρούχα να μας ντύσει!

Όπως πριν…

Κοιτάξτε όλοι!

Φτάνει ο Ναναούν που το νανούκ νίκησε!

(Σενταλίνσκυ, 1988)

Τα λόγια αυτά αποτελούν μέρος της ιερής τελετής που κάποτε σηματοδοτούσε το τέλος του κυνηγιού κατά το οποίο ένας νεαρός Εσκιμώος, έπρεπε να παλέψει και να σκοτώσει μια πολική αρκούδα προκειμένου να κερδίσει τον αδιαμφισβήτητο σεβασμό των υπολοίπων μελών της φυλής του. Αυτή η ακατόρθωτη σχεδόν δοκιμασία, αποτελούσε επίσης μια τελετή «περάσματος» από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και στην σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων των πάγων. Οι λαοί του Βορρά σέβονταν το τεράστιο λευκό ζώο και αντιλαμβάνονταν την παρουσία του στη ζωή τους σαν ένα θείο δώρο. Ο θάνατος μιας πολικής αρκούδας αποτελούσε μια ιερή στιγμή την οποία η ανθρώπινη ευαισθησία και φαντασία αποτυπώνουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο μέσα από τις τελετουργικές προετοιμασίες που προηγούνταν του κυνηγιού, αλλά και τις ιστορίες που συνοδεύουν πάντοτε την ανάγκη όλων των ανθρώπων να εντάξουν στη ζωή τους το αδάμαστο πνεύμα της φύσης και να του προσδώσουν μια πιο τρυφερή και δημιουργική ενέργεια. Ελάτε λοιπόν να ταξιδέψουμε μαζί στις παγωμένες γωνιές του πανέμορφου πλανήτη μας, από τις βόρειες ακτές του Καναδά, μέχρι το Βερίγγειο Πορθμό για ν΄ ανακαλύψουμε τις παραδόσεις και τα έθιμα που μας επιτρέπουν να αντικρίζουμε με δέος αλλά και συμπόνια τους τελευταίους απογόνους της λευκής αρκούδας του αιώνιου χειμώνα. Το πνεύμα του πάγου μας καλεί…

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η παρουσία της πολικής αρκούδας και της αρκούδας εν γένει επηρέασε στο μέγιστο βαθμό την καθημερινότητα αλλά και τις θρησκευτικές δοξασίες πολλών νομαδικών φυλών του Βορρά σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτοί να την συσχετίσουν με τις πρωταρχικές δημιουργικές δυνάμεις του σύμπαντος, λόγω της τεράστιας δύναμης, της ευφυίας της αλλά και της, ως ένα βαθμό, ομοιότητας της με τα ανθρώπινα όντα. Ο σεβασμός που έτρεφαν ιδιαίτερα για τις λευκές αρκούδες φανερώνεται μέσα από την ιδιότυπη παράδοση των Νενέτ και των Μάνσι, να αποφεύγουν να πατήσουν πάνω σε ίχνη αρκούδας, εφόσον ήταν πεπεισμένοι πως έτσι το ζώο θα αντιλαμβανόταν αμέσως την παρουσία τους. Mια παράδοση των φυλών Μάνσι και Γιακούτ αναφέρει πως εάν μια γυναίκα τύχαινε να συναντήσει στο δρόμο της αποτυπώματα αρκούδας, τότε θα έπρεπε σίγουρα να αποφύγει να πατήσει πάνω τους κι αφού τα προσπεράσει έπρεπε να αφήσει εκεί μια μικρή προσφορά σε τροφή κι αν δεν είχε μαζί της κάτι ανάλογο, όφειλε να κόψει και ν’ αφήσει πάνω στα χνάρια μια τούφα από τα μαλλιά της.

 Παράλληλα δεν είναι σπάνιο να συναντήσουμε στις παραδόσεις αυτών των λαών, την πεποίθηση πως οι αρκούδες είχαν την ικανότητα όχι μόνο να καταλαβαίνουν και να χρησιμοποιούν τις ανθρώπινες διαλέκτους, αλλά και να μεταμορφώνονται σε ανθρώπους βγάζοντας απλώς τη γούνα τους! Τα μέλη της φυλής των Χαντ που κατοικούν στις εκβολές του ποταμού Γενισέι, πιστεύουν εδώ και εκατοντάδες χρόνια πως οι αρκούδες είναι άνθρωποι με θεϊκές δυνάμεις που απλώς χρησιμοποιούν τη ζωώδη μεταμφίεση τους προκειμένου να κρύψουν τη θεϊκή καταγωγή τους από τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς. Σε αυτήν την ιδιαίτερη παράδοση εντοπίζουμε τη μαγική μαγιά πολλών παραδοσιακών παραμυθιών, όπως εκείνο της φυλής Τσούκτσι που αναφέρεται σε έναν άντρα, ο οποίος έκλεψε το λευκό τομάρι μιας γυναίκας-αρκούδας-που είχε βγάλει τη λευκή, γούνινη μεταμφίεση της για να πλυθεί- αναγκάζοντας την να μείνει μαζί του και να τον παντρευτεί. Η γυναίκα υπακούει και γεννά στον άντρα δύο αγόρια, ένα εκ των οποίων είχε αυτιά αρκούδας και μια πυκνή τούφα από λευκή γούνα κατά μήκος της πλάτης του. Μια μέρα όμως ξαναβρίσκει το τομάρι στο κοίλωμα ενός βράχου, όπου το είχε κρύψει ο άντρας της, το φορά και επιστρέφει στη χώρα των αρκούδων παίρνοντας μαζί και τα δύο παιδιά τους. Έπειτα από ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες ο κυνηγός θα βρει τη γυναίκα και τα παιδιά του κι αφού παλέψει με μια αιμοδιψή αρκούδα που καταδυναστεύει τη ζωή των υπολοίπων κατοίκων του αρκουδο-βασιλείου θα τους οδηγήσει ξανά στην ασφάλεια του σπιτικού τους.

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, πολλοί ήταν οι κυνηγοί που πίστευαν ακόμη πως οι αρκούδες φορούν ανθρώπινα ρούχα κάτω από τος λευκές γούνες τους και μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους όποια στιγμή επιλέξουν. Εξίσου διαδεδομένη ήταν και η πεποίθηση πως  οι πολικές αρκούδες είχαν τα δικά τους σπίτια τα οποία φρόντιζαν οι ίδιες και ήταν φτιαγμένα από πάγο και κόκαλα, ενώ για να τα φωτίζουν χρησιμοποιούσαν λάδι από τις φώκιες που κυνηγούσαν. Οι κάτοικοι της περιοχής Τσουκότκα στο Βερίγγειο Πορθμό πιστεύουν πως οι αρκούδες κατοικούσαν σε μακρινά παγωμένα νησιά όπως το Ουμκιλίρ (η σημερινή νήσος του Ράνγκλερ), όπου δημιουργούσαν τις δικές τους πόλεις που διοικούσαν με τους δικούς νόμους και κανόνες. Για τους ινδιάνους Σελ’κουπ, ο κόσμος των αρκούδων, αποτελεί την ακριβώς αντίθετη όψη του κόσμου των ανθρώπων, όπου όλα τα ανθρώπινα όντα παραμένουν από τη στιγμή του θανάτου τους, μέχρι τη στιγμή της αναγέννησης/μετενσάρκωσης τους. Τα δύο αυτά ρεύματα της ζωής΄ το ανθρώπινο, φωτεινό ρεύμα και το ζωώδες σκοτεινό ρεύμα συνυπάρχουν και κατευθύνονται προς δυο αντίθετες κατευθύνσεις: το φωτεινό προς τα γηρατειά και το μαύρο προς την παιδική ηλικία. Μια πολύ συγκινητική ιστορία της φυλής των Γιουγκακίρ, αναφέρεται σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που υιοθέτησε ένα ορφανό αρκουδάκι για να το σώσει από την ασιτία. Το αρκουδάκι μεγάλωσε και έγινε μια δυνατή και σοφή αρσενική αρκούδα που συμβίωνε τόσο με τους ανθρώπους, όσο και με τις υπόλοιπες αρκούδες. Όταν όμως οι πολικές αρκούδες της περιοχής του κηρύσσουν τον πόλεμο σε μια αντίπαλη φυλή, εκείνος αφήνει πίσω τα θετή του οικογένεια προκειμένου να τις βοηθήσει. Μέσα από τις περιπέτειες του θα έρθει αντιμέτωπος με τα σοφή σκληρότητα της φύσης και θα μάθει το μυστικό της αθανασίας, το οποίο και θα μεταφέρει στους ανθρώπους της φυλής που τον μεγάλωσε.

Σύμφωνα με τον καθηγητή ανθρωπολογίας Β. Μπαγκαρόζ, η παραπάνω αρκετά διαδεδομένη παράδοση των λαών του Σιβηρικού Βορρά, δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια των πληθυσμών αυτών να αποτυπώσουν με έναν δικό τους, πιο ανιμιστικό τρόπο την παρουσία των ινδιάνων Σαμογιέντ, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα γούνα της πολικής αρκούδας προκειμένου να προφυλαχθούν από το έντονο ψύχος και έχτιζαν τα σπίτια τους από κομμάτια πάγου-όπως ακριβώς έκαναν οι αρκούδες. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνέβαλαν στο να ταυτιστούν η  φυλή και οι συνήθειες των Σαμογιέντ με τα ίδια τα ζώα και τις δραστηριότητες τους.

Όπως προαναφέραμε, εξίσου συνηθισμένη ήταν και η πεποίθηση πως οι αρκούδες διέθεταν μια υπεράνθρωπη ευφυία η οποία τους επέτρεπε να καταλαβαίνουν ακόμη και τις ανθρώπινες διαλέκτους. Στη χερσόνησο της Καμτσάτκα απαγορευόταν να αναφέρει κάποιος το όνομα μιας πολικής αρκούδας σε δημόσιο χώρο, ενώ οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του Γιακούτσκ πιστεύουν ακόμη και σήμερα πως: «Είναι αμαρτία να μιλά κάποιος άσχημα για τον παππού-αρκούδο, γιατί εκείνος μπορεί να εκδικηθεί την κακογλωσσιά». Αν παρόλα αυτά κάποιος θέλει ή πρέπει να αναφερθεί στις πολικές αρκούδες, τότε οφείλει να χρησιμοποιήσει πιο αλληγορικές ονομασίες για να τις χαρακτηρίσει, όπως: πατέρας, παππούλης, γέρος της ερημιάς, γέρος με γούνινη κάπα, πρίγκιπας των ζώων, ιερό ζώο κ.α. Οι ινδιάνοι Τσούκτσι αποδίδουν αυτήν την ιδιότυπη ευφυία των πολικών αρκούδων στο ενορατικό χάρισμα που διαθέτουν-μια ικανότητα που διέθεταν επίσης σε μεγάλο βαθμό οι σαμάνοι αλλά και άλλοι άνθρωποι. Επιπλέον οι αρκούδες μπορούσαν να μάθουν σχετικά με τις κυνηγετικές αποστολές που προετοίμαζαν οι άνθρωποι επικοινωνώντας νοερά με τους σαμάνους κάποιων φυλών ή διαβάζοντας την σκέψη τους, χρησιμοποιώντας σαν κοινό σημείο το χάρισμα της ενόρασης που διέθεταν αμφότεροι.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη, η ευρέως αποδεκτή ιδέα σύμφωνα με την οποία οι πιο ισχυροί σαμάνοι είχαν την δυνατότητα να μετατρέπονται οι ίδιοι σε αρκούδες. Η ικανότητα αυτή αποδίδονταν σε εκείνους τους σαμάνους ή μάγους που μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιούν αλλά και να καταλαβαίνουν κάποιες από τις γλώσσες των ζώων. Η συγκεκριμένη παράδοση μπορεί να συσχετιστεί άμεσα με την σκανδιναβική αντίληψη των αιμοσταγών berserker, το πολεμικό μένος των οποίων δημιουργούσε την εντύπωση πως αντλούσαν την υπεράνθρωπη οργή τους από τα ζώα, των οποίων τα τομάρια κοσμούσαν συνήθως τα κεφάλια και τους ώμους τους. Σε πολλές παραδόσεις των λαών της Σιβηρίας και της Βόρειας Αμερικής, η ύπαρξη των προαναφερθέντων σαμάνων θεωρούταν σχεδόν κοινωνικός θεσμός, ενώ πολλοί αναμεσά τους έφταναν σε σημείο να ταυτιστούν πλήρως με τα ζώα, την μορφή των οποίων δανείζονταν. Επιπλέον «έντυναν» τους ασθενείς και όσους ήταν πρόθυμοι να συμμετέχουν στις ιερές τελετουργίες τους με κομμάτια γούνας και νύχια πολικής αρκούδας, καθώς έτσι θεωρούσαν πως το πνεύμα του ζώου θα ήταν πιο δεκτικό στις όποιες…εξυπηρετήσεις του ζητούνταν.

Όπως σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει μέχρι τώρα ο τρόπος με τον οποίο οι λαοί του Βορρά αντιλαμβάνονταν αλλά και τιμούσαν την παρουσία του επιβλητικού ζώου, ανήγαγε την πολική αρκούδα σε ένα ον υπερφυσικό πέρα από την ανθρώπινη κοινή αντίληψη. Η θέση της στη δημιουργία του κόσμου και τον κόσμο των πνευμάτων παρουσιάζεται με γλαφυρότητα στην παρακάτω ιστορία, η οποία προέρχεται από τις αφηγήσεις της φυλής των Γιακούτ και τις σαμανιστικές παραδόσεις των φυλών τις Σιβηρίας. Σύμφωνα με το θρύλο λοιπόν, η αρκούδα συνδέεται με τις ρίζες που συγκρατούν το Δέντρο της Ζωής. Το Δέντρο αυτό χωρίζεται σε τρεις διαφορετικούς φυσικούς κόσμους στους οποίους κυριαρχούν επίσης διαφορετικά είδη ζώων: τα πουλιά συνδέονται με το φύλλωμα, το πράσινο στέμμα του δέντρου, τα φυτοφάγα ζώα με οπλές συνδέονται με το μεσαίο τμήμα του δέντρου και τον κορμό του, ενώ τα ερπετά, τα φίδια, τα ψάρια, τα ποντίκια αλλά και οι αρκούδες συνδέονται με το κατώτερο μέρος-τις ρίζες του. Η θεϊκή προέλευση της αρκούδας είναι ένα θέμα που παρουσιάζεται σε πολλούς και ποικίλους θρύλους. Σύμφωνα με την μυθολογία του λαού των Νένετ, τα βόρεια σύνορα του κόσμου των ανθρώπων φυλάσσονται από τον Τάι-Νιάλουι Βαρκ (την Αρκούδα με το Γυμνό Μέτωπο), ο οποίος θεωρείται ο αρχηγός όλων των πολικών αρκούδων και ζει μέσα στα βάθη της θάλασσας. Η παρουσία του θεωρούταν κακό σημάδι για τους ναυτικούς και τους ανθρώπους που ζούσαν από τη θάλασσα. Μια ιστορία μας αναφέρει πως, μια φορά κάποιοι άνθρωποι που έπλεαν στη θάλασσα είδαν να ξεχωρίζουν πάνω από την επιφάνεια του νερού τα αυτιά μιας λευκής αρκούδας και άρχισαν να την παρακαλούν να τους χαρίσει τη ζωή. Η αρκούδα τους πλησίασε αργά κι εκείνοι είδαν να ξεχωρίζει το γυμνό της μέτωπο. Έπειτα σήκωσε τη μια πατούσα κι έπειτα την άλλη σε χαιρετισμό κι εκείνοι κατάλαβαν πως η αρκούδα δεν ήταν άλλη από τον ίδιο τον Τάι-Νιαούλι Βαρκ ο οποίος τους ζητούσε με αυτόν τον τρόπο να απομακρυνθούν από το υδάτινο βασίλειο του. Οι άνθρωποι κοίταξαν γύρω τους και αντιλήφθηκαν πως όντως είχαν βγει από την πορεία τους και πως ο βασιλιάς των αρκούδων τους είχε υποδείξει την σωστή κατεύθυνση.

Εξίσου σημαντική είναι και η δύναμη που αντιπροσωπεύει η έμμεση παρουσία της αρκούδας στην απονομή δικαιοσύνης, καθώς ο πιο συνηθισμένος όρκος ήταν εκείνος τον οποίο απήγγειλαν οι ένοχοι αγγίζοντας παράλληλα ένα κρανίο αρκούδας, προκειμένου να αποδείξουν την αδιάσειστη αθωότητα εφόσον αυτού του είδους οι όρκοι θεωρούνταν η ύψιστη ένδειξη δικαιοσύνης και ευθύνης. Οι Τσούκτσι πίστευαν πως η πολική αρκούδα αποτελούσε το κυρίαρχο πνεύμα του βασιλείου των ζώων, ενώ τη θεωρούσαν προστάτη των βοσκών ταράνδων και σέβονταν την κρίση της στις περιπτώσεις που κάποιος ανάμεσα τους παρανομούσε, καθώς ήξεραν πως η τιμωρία θα ήταν άμεση και σοβαρή.

Τέλος οι Σαμογιέντ υποστήριζαν πως η αρκούδα είχε σίγουρα θεϊκή προέλευση και πως ήταν εκείνη που έδωσε για πρώτη φορά στους ανθρώπους της φυλής τους τη φωτιά και τους δίδαξε πώς να την κρατούν στη ζωή και να τη γεννούν από τα ξύλα και την τύρφη.

Πολική αρκούδα, θείο ζώο, αιμοσταγές σαρκοφάγο, αιώνιος δικαστής και βοηθός της ανθρώπινης φυλής. Κάποτε ζητήσαμε την προστασία της για να επιβιώσουμε και να δαμάσουμε τους φόβους μας. Τώρα καλούμαστε να την προστατέψουμε εμείς, από τη δική μας υπέρμετρη απληστία που οδηγεί το είδος της σε μια σιωπηλή και φριχτή καταδίκη. Άραγε η πολική αρκούδα θα γίνει άλλο ένα πλάσμα των θρύλων σαν τον μονόκερο και το φοίνικα; Μια λευκή σκιά στο πολύχρωμο υφαντό της φαντασίας μας; Όχι, αν πραγματικά θέλουμε να παραμείνει κομμάτι της ζωής μας και αυτού του μαγικού κύκλου που ονομάζουμε ζωή. Όχι αν θέλουμε την αγέρωχη και πανέμορφη παρουσία της στις εικόνες της καθημερινότητας μας και στα ελπιδοφόρα όνειρα των επόμενων γενεών.

Θα κλείσω αυτό το σύντομο αλλά ελπίζω συναρπαστικό ταξίδι στον θρυλικό κόσμο της αρκούδας του πάγου με αυτήν την υπέροχη ιστορία των Εσκιμώων του Καναδά:

Κάποτε τρεις άντρες έφυγαν για να κυνηγήσουν αρκούδες. Όταν το έλκηθρο τους που το οδηγούσαν τα πιο δυνατά σκυλιά έφτασε μέχρι τον ωκεανό, οι κυνηγοί είδαν μια αρκούδα και άρχισαν να την ακολουθούν. Μα παρότι τα σκυλιά τους ήταν πολύ γρήγορα, εκείνοι δεν μπορούσαν να τη φτάσουν. Ενώ την κυνηγούσαν παρατήρησαν πως η αρκούδα άρχισε να τρέχει προς τον ουρανό και το έλκηθρο τους την ακολούθησε. Σε μια στιγμή όλοι τους μεταμορφώθηκαν σε αστέρια: η πολική αρκούδα μεταμορφώθηκε στον αστερισμό του Ωρίωνα, οι κυνηγοί έγιναν μέρος της ζώνης του και το έλκηθρό τους το σπαθί του…

 

Πηγές:

  • - KOCHNEVA, SVETLANA. POLAR BEAR IN MATERIAL AND SPIRITUAL CULTURE OF TE NATIVE PEOPLE OF CHUKOTKA. ALASKA NANUUQ COMMISSION, V.G. TAN-BOGORAZ UNIVERSAL PUBLIC LIBRARY. 2007, ANADYR.
  • - DOLITSKY, B. ALEXANDER. ANCIENT TALES OF CHUKOTKA. 2019, ALASKA-SIBERIA RESEARCH CENTER.
  • - BOGORAS, WALDEMAR. CHUKCHEE MYTHOLOGY. 2018, GLOBAL GREY
  • - RASMUSSEN, KNUD. ESKIMO FOLKTALES. 2018, GLOBAL GREY
  • - BOORAS, WALDEMAR. TALES OF THE YUKAGHIR, LAMUT AND RUSSIANIZED NATIVES OF EASTERN SIBERIA. 2018, GLOBAL GREY

 

[1] Πρόχειρα καταλύματα, φτιαγμένα από ξύλα, κόκαλα και δέρματα ζώων που χρησιμοποιούσαν κατά το παρελθόν οι νομαδικοί λαοί της βορειοανατολικής Ρωσίας

[2] Η ονομασία της πολικής αρκούδας στην παραδοσιακή γλώσσα των ινδιάνων του Καναδά