H μαγική μουσική του Αντονίν Ντβόρζακ

 

Ο ήλιος μόλις έχει ξεπροβάλει στον ορίζοντα, φωτίζοντας τη διάφανη επιφάνεια της λίμνης και τα στοιχειά του νερού χορεύουν καλωσορίζοντας τον. Μέσα από το υδάτινο πέπλο αναδύεται η πρασινωπή μορφή ενός vodnik που στην ιστορία της όπερας Rusalka παρουσιάζεται ως ο βασιλιάς όλων των πλασμάτων της λίμνης και πατέρας της ρουσάλκα, της υδρόβιας νύμφης που αποτελεί την κεντρική τραγική ηρωϊδα της συγκεκριμένης μουσικής σύνθεσης. Σύμφωνα με τις σλαβονικές δοξασίες η ρουσάλκα είναι μια πανέμορφη νεαρή κοπέλα που ζει μέσα στα νερά των ποταμών και των λιμνών, αφήνοντας το καταφύγιο της τη νύχτα προκειμένου να δελεάσει και τελικά να παρασύρει και να πνίξει τους ανυποψίαστους διαβάτες.

Ωστόσο στην ομώνυμη όπερα του Ντβόρζακ, που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Η μικρή γοργόνα», η ρουσάλκα αποδίδεται σαν μια περισσότερο ευαίσθητη κι ευγενική παρουσία, έτοιμη να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή της για να μπορέσει να ζήσει στον κόσμο των θνητών, δίπλα στον πρίγκιπα τον οποίο έχει ερωτευτεί. Ο πατέρας της καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να την αποτρέψει από αυτό, συνειδητοποιώντας όμως το μέγεθος της αγάπης της αποφασίζει να τη βοηθήσει και της προτείνει να συμβουλευτεί τη μάγισσα Ježibaba (Γιετζιμπάμπα). Η μορφή της Ježibaba αντικατοπτρίζει στις τσέχικες παραδόσεις εκείνη της ανθρωποφάγου Ρωσίδας μάγισσας, Ба́ба-Яга́ (Μπάμπα Γιαγκά). Σε πολλά παραδοσιακά παραμύθια αναφέρεται ως η μητέρα των γιγάντων και πολλών άλλων μαγικών πλασμάτων. Παρουσιάζεται πάντοτε σαν ένα σοφό πλάσμα, γηραιότερο κι από τον ίδιο το χρόνο που δεν επιδιώκει να προκαλέσει το κακό αλλά κατά κάποιο τρόπο να το εξισορροπήσει. Με αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά μας παρουσιάζεται και στην ιστορία της όπερας Rusalka, πρόθυμη να βοηθήσει τη ερωτευμένη νύμφη με αντάλλαγμα τη φωνή και την αθανασία της. Τη μεταμορφώνει λοιπόν σε άνθρωπο και την προειδοποιεί πως αν δεν καταφέρει να κερδίσει την καρδιά του πρίγκιπα θα πρέπει να επιστρέψει στη λίμνη έχοντας πλέον μεταμορφωθεί σε bludička, ένα θανατηφόρο πνεύμα με μορφή γυναίκας που σκορπά το θάνατο με το φιλί του.

Η ρουσάλκα καταφέρνει πράγματι να κερδίσει την καρδιά του εκλεκτού της ο οποίος όμως, όπως μαθαίνουμε εκ των υστέρων είναι λογοδοσμένος με μια πριγκίπισσα από κάποια μακρινή, ξένη χώρα. Όταν λοιπόν η δεύτερη μαθαίνει για ειδύλλιο του μέλλοντος συζύγου της με την άγνωστη κοπέλα προσπαθεί να εκδικηθεί το ζευγάρι ρίχνοντας τους μια κατάρα. Ως συνέπεια αυτής, ο πρίγκιπας χάνει το ενδιαφέρον του για τη ρουσάλκα η οποία αναγκάζεται να προστρέξει στο υδάτινο καταφύγιο της λίμνης, έχοντας πάρει όμως τη μορφή στην οποία την καταδίκασε το ξόρκι της μάγισσας. Ταυτόχρονα η κατάρα της αντιζήλου της εξασθενεί και ο πρίγκιπας ανεπηρέαστος πια και με ανανεωμένο το ενδιαφέρον του για την όμορφη νύμφη, σπεύδει να τη συναντήσει στη λίμνη. Εκεί ανακαλύπτει πως η αγαπημένη του δεν είναι πια αυτή που γνώρισε και πως δυστυχώς το φιλί της θα σημάνει το θάνατο του. Παρόλα αυτά εκείνη τον φιλά κι έπειτα τον κρατά στην αγκαλιά της ψιθυρίζοντας του ένα αποχαιρετιστήριο νανούρισμα. Έπειτα βυθίζεται στα ήρεμα νερά, ως πνεύμα του θανάτου, περιμένοντας το επόμενο θύμα της.

H τραγικότητα που χαρακτηρίζει την παραπάνω ιστορία όμως δεν αποτελεί σημείο αναφοράς ως προς τη γενικότερη διαμόρφωση της τσεχικής λαογραφίας. Μολονότι οι θρύλοι και τα παραμύθια των Τσέχων διέπονται από μελαγχολία και ίσως κάποια αμυδρή απαισιοδοξία η κατάληξη τους, ακόμη και όταν δεν είναι αίσια, χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση κοσμικής δικαιοσύνης. Μιας δικαιοσύνης σκληρής σύμφωνα με τα δικά μας πρότυπα, αλλά μάλλον απαραίτητης για τη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στον κόσμο μας και τον κόσμο της μαγείας. Ας επανέλθουμε λοιπόν σε αυτό το αδιόρατο σύνορο με τη βοήθεια του οποίου μπορούμε να περιπλανηθούμε ακόμη πιο βαθιά μέσα στο δάσος των ατέλειωτων παραδόσεων όπου θα συναντήσουμε ένα κακοποιό πλάσμα του νερού, μια δαιμονική μάγισσα κι ένα μαγικό χρυσαφένιο αδράχτι. Οι ιστορίες που τα συνοδεύουν είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας του Τσέχου λογοτέχνη Κάρελ Γιαρομίρ Έμπνερ (Karel Jaromír Erben), ο οποίος ταξιδεύοντας στις πόλεις της Βοημίας, στα πλαίσια μιας ιστορικής μελέτης, κατάφερε να καταγράψει πολλούς από τους υπέροχους θρύλους της περιοχής. Αργότερα εξέδωσε μια συλλογή με το όνομα Kytice (μπουκέτο), στην οποία περιλαμβάνονται 12 ποιήματα που βασίζονται σε αυτές τις ιστορίες. Ο Ντβόρζακ, που όπως ήδη αναφέρθηκε υπήρξε λάτρης της λαογραφίας της χώρας του, εμπνεύστηκε από αυτό το πολύχρωμο «μπουκέτο» και συνέθεσε μουσική για τρία από τα ποιήματα, δημιουργώντας τα συμφωνικά ποιήματα: Polednice (The Noon Witch), Vodnik (The Waterman) και Zlatý kolovrat (The Golden Spinning Wheel). Για να τα γνωρίσουμε καλύτερα, θα βυθιστούμε για ακόμη μια φορά στα σκοτεινά νερά μιας λίμνης, θα περιπλανηθούμε προσεκτικά στα χρυσαφένια λιβάδια του μεσημεριού και θα αναζητήσουμε το μαγικό ελιξήριο της ανάστασης.

 

Πάνω σε μια λεύκα, δίπλα στη λίμνη

Το ξωτικό του νερού κάθεται,

μέσα στη δροσιά του λυκόφωτος:

«Λάμψε φεγγάρι, λάμψε!

Για να ράψω με την κλωστή μου,

Ένα πράσινο παλτό και κόκκινες μπότες

Γιατί αύριο θα παντρευτώ! (σε ελεύθερη απόδοση από την αρθρογράφο)

 

Όπως είδαμε παραπάνω, στην περίπτωση της όπερας Rusalka, το vodnik να μας παρουσιάζεται σαν ένα καλοκάγαθο, σοφό πλάσμα που επιδιώκει να προστατέψει την κόρη του. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το vodnik, ένα κακόβουλο πλάσμα που κατοικεί σε λίμνες και βάλτους και παρασύρει τα θύματα του, στα οποία περιλαμβάνονται κυρίως νεαρές γυναίκες σε έναν υγρό τάφο. Συνηθίζει μάλιστα να παγιδεύει τις ψυχές τους μέσα σε γυάλινα δοχεία ή όστρακα. Σε αντίθεση με το βοντιανόι (водяно́й), το Ρώσο ξάδερφο του, το vodnik διαθέτει εξ ολοκλήρου ανθρώπινα χαρακτηριστικά, με εξαίρεση τη νηκτική μεμβράνη ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του και ντύνεται με ανθρώπινα ρούχα σε έντονα χρώματα τα οποία κατασκευάζει μόνο του ή με τη βοήθεια της γυναίκας του.

Στο ποίημα του Έμπνερ, το vodnik προσπαθεί να δελεάσει μια νεαρή κοπέλα που κατοικεί με τη γριά μητέρα της κοντά στη λίμνη και να την πείσει να τον συντροφεύσει μέσα στα υδάτινα δώματα του. Η μητέρα προειδοποιεί την κόρη της σχετικά με τις προθέσεις του πλάσματος και προσπαθεί να την περιορίσει, όμως ένα πρωϊνό, η κόρη νιώθει μια ανεξήγητη παρόρμηση να πλύνει τα ρούχα της στις όχθες της λίμνης. Μόλις φτάνει εκεί το πλάσμα την αρπάζει και την οδηγεί στο βυθό της λίμνης, όπου ζουν μαζί για περίπου ένα χρόνο και αποκτούν ένα παιδί με πράσινα μαλλιά. Κάποια στιγμή όμως η κοπέλα νοσταλγεί τη ζωή της στην ξηρά και τη μητέρα της και το vodnik δέχεται να την αφήσει να επιστρέψει στο σπίτι της με τον όρο ότι θα παρέμενε εκεί μέχρι τη δύση του ηλίου. Εκείνη το δέχεται με ενθουσιασμό και τρέχει να βρει τη μητέρα της η οποία την υποδέχεται συγκινημένη. Όταν όμως φτάνει η ώρα του αποχωρισμού, η γριά μητέρα δεν δέχεται ν’ αφήσει την κόρη της να φύγει αλλά ασφαλίζει την πόρτα και τα παράθυρα με σανίδες λέγοντας στην κοπέλα πως το στοιχειό δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να την αφήσει να ζήσει πλέον και πάλι στην ξηρά. To vodnik, αντιλαμβανόμενο ότι κάτι έχει συμβεί βγαίνει από το νερό και προσπαθεί να μπει μέσα στο σπίτι παίρνοντας τη μορφή του νερού. Η γριά γυναίκα όμως είναι αποφασισμένη και δεν συγκινείται ούτε από τις παρακλήσεις της κόρης της. Τότε το στοιχειό τις προειδοποιεί πως αν η γυναίκα του δεν επιστρέψει στη λίμνη, τότε εκείνο θα σκοτώσει το παιδί τους, το οποίο είχε φέρει μαζί του για να την πείσει να βγει από το σπίτι. Τελικά, εξαιτίας της άτεγκτης στάσης της μητέρας, το vodnik σκοτώνει το παιδί και η νεαρή σύζυγος του χάνει τα λογικά της.

Το επόμενο ποίημα ανιχνεύει τη δράση μιας από τις πιο σκοτεινές φιγούρες των ευρωπαϊκών θρύλων, αυτή της Polednice, της μάγισσα του μεσημεριού. Η Polednice εμφανίζεται πάντοτε λίγη ώρα πριν τις 12 το μεσημέρι με τη μορφή γριάς γυναίκας και λέγεται πως παίρνει μαζί της τις ψυχές των άτακτων παιδιών. Οι άνθρωποι συνήθως αντιλαμβάνονται την παρουσία της πολύ πριν τη δουν, από το θόρυβο που κάνουν τα δυο μπαστούνια της όταν ακουμπούν στο χώμα. Είναι ντυμένη με κουρέλια κι έχει δεμένα στη ζώνη της διάφορα πήλινα δοχεία μέσα στα οποία μεταφέρει τις ψυχές των άτυχων παιδιών που θα βρεθούν στο δρόμο της. Στο ομώνυμο συμφωνικό ποίημα, μια μητέρα προσπαθεί να ηρεμήσει το ανήσυχο παιδί της που την εμποδίζει ν’ ασχοληθεί με τις δουλειές του σπιτιού, απαιτώντας συνέχεια την προσοχή της. Μέσα στη νευρικότητα τις στιγμής επικαλείται την Polednice για να την απαλλάξει από το άτακτο παιδί της. Η Polednice, η οποία εκείνη την ώρα διέσχιζε το χωριό αναζητώντας τη συνηθισμένη της λεία, ακούει την παράκληση της και φτάνει στο σπίτι. Η μητέρα ακούει το πόμολο της πόρτας να γυρίζει και βλέπει μια ζαρωμένη, γριά γυναίκα με μυτερά δόντια να πλησιάζει το παιδί της με προτεταμένα χέρια. Η γυναίκα συνειδητοποιεί τότε το κακό που προκάλεσε και προσπαθεί να προστατέψει το παιδί της σφίγγοντας το στην αγκαλιά της. Όμως αφού κλήθηκε, η Polednice πρέπει να εκπληρώσει τον σκοπό της. Έτσι όταν ο πατέρας του παιδιού επιστρέφει στο σπίτι, βρίσκει τη γυναίκα του να κλαίει γοερά, σφίγγοντας στην αγκαλιά της, το άψυχο πλέον σώμα του παιδιού της.

Το Zlatý kolovrat (The Golden Spinning Wheel), είναι το τρίτο και το τελευταίο από τα συμφωνικά ποιήματα του Ντβόρζακ που βασίστηκαν στα γραπτά του Κ. Γ. Έμπνερ. Η ιστορία του μας μεταφέρει στο ξέφωτο ενός δάσους όπου ένας βασιλιάς έχει βγει για κυνήγι με την ακολουθία του. Εκεί, ανάμεσα στα πυκνά δέντρα βλέπει μια νεαρή γυναίκα που λούζεται στα νερά μιας πηγής και την ερωτεύεται. Την ακολουθεί λοιπόν μέχρι το σπίτι της και της ζητά να τον παντρευτεί. Η κοπέλα όμως δεν μπορεί να δεχτεί εάν πρώτα δεν συμβουλευτεί τη μητριά και τη θετή της αδερφή με της οποίες συγκατοικεί. Όταν οι δυο γυναίκες μαθαίνουν τα όσα συνέβησαν, αποφασίζουν να εφαρμόσουν ένα σατανικό σχέδιο. Οδηγούν την κοπέλα μέσα στο δάσος όπου τη σκοτώνουν κι έπειτα κόβουν και παίρνουν μαζί τους τα χέρια, τα πόδια καθώς και τα μάτια της. Κατόπιν κατ’ εντολή της μητριάς η κόρη η οποία μοιάζει καταπληκτικά στη νεκρή της αδερφή, ντύνεται με τα ρούχα της δολοφονημένης νεαρής και παρουσιάζεται στο παλάτι στη θέση της τελευταίας. Ο βασιλιάς την υποδέχεται με ενθουσιασμό και οι γάμοι τους τελούνται μέσα σε γενικότερη ευφορία. Εντωμεταξύ, ένας μάγος που περιπλανιέται στο δάσος βρίσκει το ακρωτηριασμένο σώμα της κοπέλας και αποφασίζει να τη βοηθήσει να επιστρέψει στη ζωή. Στέλνει λοιπόν έναν από τους βοηθούς του στο παλάτι για να μιλήσει στη νιόπαντρη βασίλισσα. Αφού τη βρει της λέει πως έχει στη διάθεση του μια χρυσή ανέμη κι ένα χρυσό αδράχτι για γνέσιμο, ιδανικό για μια βασίλισσα και της ζητά σαν αντάλλαγμα ένα ζευγάρι πόδια, ένα ζευγάρι χέρια και δυο μάτια. Η βασίλισσα μαζί με τη μητέρα της ξεθάβουν το σάκο με τα μέλη της νεκρής κόρης και τον παραδίδουν στο βοηθό του μάγου, ο οποίος τα μεταφέρει αμέσως στον αφέντη του. Στη συνέχεια ο μάγος τοποθετεί τα μέλη της κοπέλας στη σωστή τους θέση και τα ραίνει με το ελιξίριο της ανάστασης. Η νεαρή γυναίκα επανέρχεται τελικά στη ζωή και ζει για λίγο καιρό μόνη στο σπίτι της μητριάς της. Ταυτόχρονα μαθαίνουμε πως η απάτη των δυο άλλων γυναικών αποκαλύπτεται. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς βρίσκεται μαζί της, η βασίλισσα αποφασίζει να δοκιμάσει τη χρυσή ανέμη. Όμως αυτή σε κάθε κυκλική κίνηση της μιλά! Ενώ λοιπόν η γυναίκα την περιστρέφει η μυστηριώδης φωνή αποκαλύπτει όλα όσα συνέβησαν στη μικρότερη αδερφή και αφορούν τον τραγικό θάνατο της. Όπως ήταν φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται και διώχνει τις δυο γυναίκες οι οποίες στην προσπάθεια τους να επιστρέψουν στο σπίτι τους, πέφτουν θύματα μιας αγέλης λύκων. Ο βασιλιάς αποφασίζει επίσης να επισκεφθεί εκείνο το μέρος, προκειμένου να τιμήσει τη νεκρή του αγαπημένη και χαίρεται αφάνταστα όταν ανακαλύπτει πως η ίδια είναι σώα και ασφαλής. Το ποίημα κλείνει με μια υπέροχη σκηνή, στην οποία οι δυο τους βρίσκονται σφιχταγκαλιασμένοι μέσα σε ένα φωτεινό ξέφωτο, τριγυρισμένοι από χρυσαφένια και κόκκινα φθινοπωρινά φύλλα.

Εδώ τελειώνει και η δική μας σύντομη περιήγηση, στις παραμυθένιες παρυφές των υπέροχων συνθέσεων του Αντονίν Ντβόρζακ. Ανέμελες ή πιο σκοτεινές, ζωηρές ή μελαγχολικές περιέχουν σίγουρα κάτι από τη μαγεία μιας άλλης εποχής που σήμερα φτάνει σε εμάς δειλά, μέσα από τα έργα πολλών αξιόλογων ανθρώπων. Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως σε δύσκολες στιγμές όπως αυτές που βιώνουμε τώρα, η τέχνη και ειδικότερα η μουσική αποτελεί ένα από τα πιο σίγουρα «καταφύγια» μας, καθώς μας δίνει πάντοτε ελπίδα και μας προσφέρει έμπνευση για να δημιουργήσουμε κάτι το λαμπερό μέσα στο σκοτάδι της αβεβαιότητας. Ας αφεθούμε λοιπόν στην ομορφιά της!

 

Πηγές:

 

Erben, Karel Jaromir. A bouquet of Czech Folktales. Translated from Czech and introduced by Marcela Malek Sulak. Twisted Spoon Press, 2012

Wenborn, Neil. Dvorak: His Life and Music. Naxos Book, 2008

Baudiš, Josef. Czech Folk Τales. Project Gutemberg, 2016

Έμπνευση:

The Water Goblin (Vodník) : https://www.youtube.com/watch?v=jQzbMJAjZ1g

The Golden Spinning Wheel: https://www.youtube.com/watch?v=sMQzeUfl0k4

The Noon Witch (Polednice): https://www.youtube.com/watch?v=A-MSxLuI4uo