Κικιμόρα: το ανήσυχο πνεύμα του ρώσικου νοικοκυριού

 

Παραλλαγές της συγκεκριμένης ονομασίας βρίσκουμε σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες όπως τα πολωνικά (mora), τα γερμανικά (mar και marren= ενοχλώ, εμποδίζω) ακόμα και τα αγγλικά (night-mare=εφιάλτης). Τα δυο τελευταία είναι και αυτά που ταιριάζουν περισσότερο τόσο γλωσσολογικά όσο και εννοιολογικά στη λέξη «κικιμόρα» με βάση τα χαρακτηριστικά που απέδωσαν οι Ρώσοι στο συγκεκριμένο πλάσμα. Ενοχλητική, τρομακτική, ανίερη αλλά και καλοπροαίρετη, προστατευτική και άκρως γοητευτική, η Κικιμόρα παραμονεύει σε κάποια σκοτεινή γωνίτσα του σπιτιού για να μας ψιθυρίσει την ώρα που ταξιδεύουμε στη χώρα των ονείρων την πραγματική της ιστορία…

Η πρώτες αναφορές σχετικά με τη δράση και την εμφάνιση της, χρονολογούνται από το 1640. Συγκεκριμένα σε κάποιο κείμενο ρωσικής λογοτεχνίας της εποχής διαβάζουμε τα εξής:

Καθώς επιστρέφαμε από την πόλη (Καστραμά-Кострома), στο δρόμο που οδηγεί προς τη Μόσχα συναντήσαμε ξαφνικά έναν περίεργο δαίμονα με μορφή γυναίκας που ήταν άτριχη και δεν φορούσε ζώνη. Η ουρά του έφτανε μέχρι τον ουρανό όπου σχημάτιζε κύκλους και το μυαλό μας γέμισε από δαιμονικά όνειρα.

Πέραν αυτού η Κικιμόρα στα πλαίσια του θρύλου παρουσιάζεται με διάφορες μορφές. Άλλοτε σαν μια πανέμορφη, νεαρή γυναίκα με μακριά κοτσίδα, άλλοτε σαν ένα μικρό παιδί με σκούρο δέρμα και άλλοτε, σαν μια ξερακιανή ηλικιωμένη γυναίκα με ράμφος, πολύχρωμο κεφαλομάντηλο και κοκαλιάρικα κάτω άκρα που καταλήγουν σε πόδια κότας. Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό προέτρεψε πολλούς να τη συγκρίνουν, αν όχι να τη συγχέουν, με την Μπάμπα Γιαγκά, τη μοναχική μάγισσα.

Σύμφωνα με τις παραδόσεις όμως η Κικιμόρα, παρότι και η ίδια διαθέτει κάποιες στοιχειώδεις μαγικές δυνάμεις, δεν ζει μοναχικά στο δάσος αλλά προτιμά να συμβιώνει, τις περισσότερες φορές μη αρμονικά, με τους ανθρώπους τους οποίους μάλιστα τρομοκρατεί με διάφορους πιθανούς τρόπους. Ο κατάλογος με τις ζαβολιές που σκαρφίζεται κάθε φορά αυτό το πλάσμα μοιάζει να μην έχει τέλος καθώς η κακοποιός της δράση δεν περιορίζεται σε μερικές ακίνδυνες φάρσες αλλά επεκτείνεται μέχρι την πρόκληση σωματικών βλαβών. Μερικοί μάλιστα απέδιδαν στην παρουσία της την μετέπειτα εμφάνιση ψυχολογικών προβλημάτων.

Η δράση της ξεκινούσε από την ώρα που έδυε ο ήλιος. Τότε έβγαινε από την κρυψώνα της και τριγύριζε μέσα στο σπίτι προσπαθώντας να διαταράξει με όποιο τρόπο μπορούσε την οικιακή ηρεμία. Εάν έβρισκε λοιπόν κάποια δουλειά την οποία η νοικοκυρά είχε αφήσει μισοτελειωμένη, προσπαθούσε να την αποτελειώσει με τα χειρότερα συνήθως αποτελέσματα. Έμπλεκε τα νήματα που προορίζονταν για γνέσιμο, γεμίζοντας τα κόμπους, χτυπούσε τις κατσαρόλες κάνοντας τρομερό θόρυβο, αναποδογύριζε τις καρέκλες και τα τραπέζια, έσπαγε πιάτα και ανοιγόκλεινε τις πόρτες μπαίνοντας και βγαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ακόμη, έβαζε φωτιά στις πετσέτες τις κουζίνας κι έκαιγε το φαγητό. Φυσικά αν και η κουζίνα ήταν το αγαπημένο της δωμάτιο, τίποτα δεν την εμπόδιζε από το να επεκτείνει τις νυχτερινές της εφόδους και στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί έβγαζε τα πόμολα από τις πόρτες, ανακάτευε τα σεντόνια και ξερίζωνε τα μαλλιά των άτυχων, κοιμισμένων ενοίκων του σπιτιού. Πολλές φορές μάλιστα ανέβαινε πάνω τους και του εμπόδιζε να ανασάνουν. Φυσικά δεν έπεφταν μόνο οι ενήλικες θύματα της ανεξέλεγκτης μανίας της Κικιμόρα αλλά και τα παιδιά τα οποία γαργαλούσε και τσιμπούσε ανελέητα μέχρι να κλάψουν. Έπειτα ερχόταν η σειρά των ζώων. Ξεπουπούλιαζε τις κότες και τις φόβιζε τόσο, ώστε να μην μπορούν να κάνουν αυγά, έκοβε το μαλλί των προβάτων, καβαλούσε τα άλογα μέχρι αυτά να αφηνιάσουν και έπινε όλο το γάλα από τις κατσίκες και τις αγελάδες. Εκτός αυτών η Κικιμόρα χρησιμοποιούσε σε κάποιο βαθμό και τις μαγικές τις δυνάμεις προκειμένου να πείθει τους άτυχους νοικοκύρηδες να της αφήνουν μικρές προσφορές για να την εξευμενίσουν. Σε αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να προσθέσουμε πως η αναστάτωση που ενδεχομένως να προκαλούσε, περιοριζόταν στο ελάχιστο αν οι κάτοικοι του σπιτιού φρόντιζαν να το κρατούν καθημερινά καθαρό και τακτοποιημένο. Τότε η Κικιμόρα όχι μόνο δεν τους δημιουργούσε πολλά προβλήματα αλλά συχνά τους επιβράβευε προειδοποιώντας τους για κάποια μελλοντική ατυχία. 

Πέρα από τις όποιες ταραχοποιές της δυνάμεις λοιπόν, η Κικιμόρα θεωρούταν ότι διαθέτει και μαντικές ικανότητες. Αυτές της επέτρεπαν να προβλέπει μελλοντικές συμφορές που μπορεί να έπλητταν την οικογένεια με την οποία «μοιραζόταν» το εκάστοτε σπίτι και να τους προειδοποιεί με διάφορους τρόπους. Αν την έβλεπαν να κάθεται στον παραστάτη της μπροστινής εισόδου, τότε συμπέραιναν πως σύντομα θα λάμβαναν δυσάρεστα νέα ή θα έρχονταν αντιμέτωποι με κάποιο ατυχές περιστατικό, ενώ το κλάμα ή το μουρμούρισμα της σήμαινε τον επικείμενο θάνατο κάποιου μέλους της οικογένειας. Το ίδιο θεωρούταν πως θα συνέβαινε αν την άκουγαν να γνέθει μαλλί.

Αν πάλι κάποιος ήθελε να χρησιμοποιήσει τις μαντικές της δυνάμεις για προσωπικό του όφελος, έπρεπε να περιμένει μέχρι τη στιγμή που θα άκουγε το κλάμα του παιδιού της. Τότε έπρεπε να σκεπάσει το μέρος απ’ όπου προερχόταν ο ήχος με ένα μεγάλο πανί κι αμέσως θα εμφανιζόταν μπροστά του η Κικιμόρα η οποία θα έκανε τα πάντα προκειμένου να βρει και να παρηγορήσει το σπλάχνο της. Αυτή ήταν και η κατάλληλη στιγμή για να της ζητήσει να του αποκαλύψει το μέλλον του. Όμως ακόμα και όταν η Κικιμόρα επέμενε πεισματικά να μην εμφανίζεται, υπήρχε τρόπος για να επικοινωνήσει κάποιος μαζί της. Αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν απλά να διατυπώσει  μεγαλόφωνα την ερώτηση του και να περιμένει. Εάν εκείνη χτυπούσε μια φορά τον τοίχο τότε η απάντηση στην ερώτηση ήταν θετική. Αν πάλι ακούγονταν δυο χτυπήματα, τότε το δίχως άλλο η απάντηση ήταν αρνητική.

Στην πολύ πιθανή περίπτωση που κάποιος ήθελε να κρατήσει αυτό το πλάσμα έξω από το σπίτι του ή έστω να περιορίσει στο ελάχιστο τον αντίκτυπο των νυχτερινών του…επισκέψεων, έπρεπε να βουλώσει όλες τις κλειδαρότρυπες με χαρτί, να τοποθετήσει μια σκούπα ανάποδα πίσω από την πόρτα, να απλώσει μια ζώνη πάνω στα σκεπάσματα του κρεβατιού ή να φοράει συνεχώς ένα φυλαχτό από λύθρο το οποίο έπρεπε να συλλέξει την παραμονή της εορτής του Ιβάν Κουπάλα (7 Ιουλίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο) και να προσθέσει σε αυτό κομμάτια από κρεμμύδι και μαύρες χάντρες.

Ένα άλλο μέσον που μεταχειρίζονταν συχνά οι νοικοκυρές προκειμένου να την εμποδίσουν να καταστρέψει διάφορα αντικείμενα του σπιτιού ή να την αποτρέψουν από το να συνεχίσει κάποια δουλειά που είχαν αφήσει στη μέση ήταν η απαγγελία μικρών προσευχών σε συγκεκριμένους χώρους του σπιτιού όπου βρίσκονταν και οι πιθανές της κρυψώνες. Επιπλέον, μετά τη δύση του ηλίου, οι άνθρωποι απέφευγαν να κοιτάξουν οποιοδήποτε έπιπλο ή σύνεργο διέθετε κλειδαρότρυπα (όπως για παράδειγμα τις πόρτες, τα σεντούκια, τα ντουλάπια κτλ.), καθώς πίστευαν πως σε πολλές περιπτώσεις εάν η Κικιμόρα κατάφερνε να μπει μέσα στο σπίτι, τότε θα έβρισκε μια ασφαλή κρυψώνα σε αυτά τα σημεία και αν τους κοιτούσε κατάματα τότε εκείνοι θα βασανίζονταν συνεχώς από εφιάλτες. Η ημέρα του Γκερασίμ Γκρατσέβνικ (17 Μαρτίου) θεωρούνταν από πολλούς μια ιδανική περίσταση για τον εξορκισμό των ανεπιθύμητων οικιακών πνευμάτων και ιδιαίτερα της Κικιμόρα. Η νοικοκυρά έπαιρνε μια σκούπα κατασκευασμένη από άρκευθο, ένα φυτό που θεωρούταν πως διαθέτει εξαγνιστικές ιδιότητες και σκούπιζε προσεκτικά όλο το σπίτι δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα σημεία στα οποία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μπορεί να κρυβόταν η Κικιμόρα. Όσο σκούπιζε απήγγειλε τα εξής:

Φύγε από εδώ Κικιμόρα. Φύγε γρήγορα από το σπίτι μου γιατί θα σε κυνηγήσω με σιδερένια ραβδιά. Θα σου βάλω φωτιά. Θα ρίξω πάνω σου μαύρο ρετσίνι. Τα λόγια μου είναι ισχυρά και θα σε κρατήσουν μακριά για πάνω από έναν αιώνα.

Έπειτα έπρεπε να μαζέψει τις ακαθαρσίες και να τις κάψει σε κάποιο μακρινό σημείο.

Δεν είναι λίγες οι ιστορίες που παρουσιάζουν την Κικιμόρα σαν μητέρα των Ρουσάλκι (Русалки), των θανατηφόρων νυμφών που ζουν κοντά σε λίμνες και ποτάμια. Παρόλα αυτά μέσα από τη μελέτη των λαογραφικών στοιχείων που σχετίζονται με αυτή συμπεραίνουμε ότι η πιο συχνά αναφερόμενη σχέση και μάλιστα σε συζυγικό επίπεδο είναι αυτή της Κικιμόρα με το Ντομαβόι (Домово́й), ένα φιλήσυχο σπιτικό πνεύμα της ρωσικής επαρχίας. Αντίθετα λοιπόν με την ανήσυχη…συμβία του, το ντομαβόι του οποίου το όνομα σημαίνει «ο κύριος του σπιτιού», θεωρούταν ένα αρκετά πράο και καλόβολο πλάσμα. Συγκριτικά με αυτή της συζύγου του, η δική του παρουσία ήταν γενικώς καλοδεχούμενη σε οποιοδήποτε σπίτι καθώς σηματοδοτούσε μια περίοδο αφθονίας, γαλήνης και χαράς για τους κατοίκους του.

Αυτό το ασυνήθιστο ζευγάρι ίσως να μας θυμίζει την προαιώνια και αναγκαία μάχη του καλού με το κακό, της γαλήνης με το δημιουργικό χάος, της αγάπης με το μίσος και της σιγουριάς που μας προσφέρει η ασφάλεια της ρουτίνας με το απροσδόκητο της καθημερινότητας. Όποια και να είναι η κατάσταση που αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά, η παρουσία τους τόσο στη φαντασία μας όσο και στο σπίτι μας θα μας θυμίζει πάντα ότι αυτό που είμαστε αποτελεί ένα όμορφο, φυσικό αποτέλεσμα των συγκρούσεων που συντελούνται μέσα μας αλλά και στο περιβάλλον μας. Ας τιμούμε λοιπόν καθημερινά τα ποιοτικά στοιχεία στη ζωή μας αλλά και τα μικρά και μεγάλα απρόοπτα που μας χαρίζουν τη σοφία της στιγμής κι ας είμαστε ευγνώμονες για την παρουσία όλων τους.

Βιβλιογραφία

Aveela, Ronesa. Household Spirits of Eastern Europe/Spirits and Creatures Series, Book 1. Bendideia, 2018.  

Afanasyev, Alexander. Russian Fairytales. Pantheon Fairy tale and Folklore Library, 1976.

Παγκόσμια Μυθολογία. Πάπυρος, 1964.

Παραμύθια από τη Ρωσία. Απόπειρα,1997.