Το Θηρίο του Ζεβωντάν: δοξασίες, κρυπτοζωολογία κι ένα άλυτο μυστήριο

 

Όλα ξεκίνησαν στις 11 Απριλίου του 1764, στα περίχωρα της Λανγκόν. Πλησίαζε η ώρα του δειλινού. Μια γυναίκα καθόταν σε ένα λιβάδι παρακολουθώντας τις αγελάδες της που έβοσκαν. Επειδή η ώρα ήταν περασμένη, αποφάσισε να συγκεντρώσει τα ζώα της και να επιστρέψει στο χωριό. Ξαφνικά πίσω από τους χαμηλούς θάμνους εμφανίστηκε ένα περίεργο ζώο και της επιτέθηκε! Η γυναίκα αμύνθηκε με το ξύλινο μπαστούνι της και φώναξε τα σκυλιά της για να τη βοηθήσουν. Το ζώο τράπηκε σε φυγή κι εκείνη με τα ρούχα ξεσκισμένα και ματωμένα κατάφερε τελικά να φτάσει στο χωριό. Στην προσπάθεια της να εξιστορήσει τα όσα συνέβησαν, έδωσε την ακόλουθη περιγραφή του πλάσματος: «Το κτήνος που μου επιτέθηκε έμοιαζε με μεγάλο λύκο, αλλά σίγουρα δεν ήταν λύκος. Το κεφάλι του είναι πιο μεγάλο και πιο πλατύ. Ήταν κοκκινωπό και η πλάτη του ήταν καλυμμένη από ένα ριγωτό τρίχωμα. Δεν προσπάθησε να επιτεθεί στα ζώα αλλά φαινόταν πως ήθελε να καταβροχθίσει εμένα!»

Στις 30 Ιουνίου, κοντά στο Σαίντ-Ετιέν, ανακαλύπτεται το μισοφαγωμένο πτώμα της Ζαν Μπουλέ μιας 14χρονης βοσκοπούλας. Από εκείνη την ημέρα τα περιστατικά επιθέσεων από το άγνωστο ζώο καθώς και οι θάνατοι που οφείλονται σε αυτές αυξάνονται κατά κόρον τόσο στην περιοχή του Ζεβωντάν όσο και στις γύρω περιοχές όπως στη Λανγκόν και το Μαρβεζόλ. Χιλιάδες άνθρωποι, αγρότες, ευγενείς και δραγόνοι περιπλανούνται πάνοπλοι σε ολόκληρη την επαρχία αναζητώντας εκείνο το αλλόκοτο λυκόμορφο πλάσμα. Ακόμη και ο κυβερνήτης της επικράτειας λαμβάνει μέρος στο κυνήγι. Αξίζει να σημειωθεί πως ένα από τα άτομα που ήρθαν αντιμέτωπα με το θηρίο, ήταν και η 20χρονη υπηρέτρια Μαρί-Ζαν Βαλέ η οποία μάλιστα κατάφερε να το πληγώσει χρησιμοποιώντας μια τσουγκράνα και προς τιμήν της οι κάτοικοι της περιοχής ανέγειραν ένα μνημείο με την ονομασία «Η κόρη του Ζεβωντάν» (La pucelle du Gevaudan). Οι ιστορίες για την αιμοσταγή πορεία του ζώου φτάνουν μέχρι τη βασιλική αυλή και ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο Λουδοβίκος ο 15ος υπόσχεται μια αστρονομική αμοιβή σε όποιον καταφέρει να εξολοθρεύσει το κτήνος. Ο μέχρι τότε υπεύθυνος για την καταδίωξη του πλάσματος, λοχαγός Ντουαμέλ αποσύρεται λόγω…ανικανότητας και τη θέση του παίρνουν οι αδερφοί Ντενεβάλ, οι φημισμένοι κυνηγοί λύκων, οι οποίοι εγκαταλείπουν τη Νορμανδία για να εγκατασταθούν στο Ζεβωντάν. Παρόλα αυτά η φήμη των Ντενεβάλ δεν τους δικαιώνει και ο Λουδοβίκος τους απαλλάσσει από τα καθήκοντα τους ορίζοντας με συνοπτικές διαδικασίες, ως υπεύθυνο της κυνηγετικής αποστολής τον Αντουάν ντε Μποτέρν, υπολοχαγό κυνηγιού και αρχιτυφεκιοφόρο του ίδιου του βασιλιά. Οι θάνατοι και οι επιθέσεις όμως συνεχίζονται με τρομακτική συχνότητα. Στην απελπισμένη προσπάθεια τους να εντοπίσουν και να εξολοθρεύσουν το ύποπτο ζώο ο ντε Μποτέρν και οι στρατιώτες του σκοτώνουν αδιακρίτως πολλά σαρκοβόρα, δασόβια ζώα, ανάμεσα τους και έναν λύκο τεραστίων διαστάσεων ο οποίος εντοπίστηκε στο δάσος του Πομιέ, σε μια περιοχή όπου, σύμφωνα με μαρτυρίες είχε βρει καταφύγιο το περιβόητο θηρίο. Όντας σίγουρος για την επιτυχία του, ο Μποτέρν διακηρύσσει ότι το ζώο που σκοτώθηκε δεν είναι άλλο από το τέρας που τρομοκρατούσε το Ζεβωντάν. Το κουφάρι μεταφέρεται από επαρχία σε επαρχία και επιδεικνύεται σαν αξιοπερίεργο έκθεμα για να καταλήξει στο παλάτι, όπου με διαταγή του βασιλιά βαλσαμώνεται και εκτίθεται προς τέρψιν των φιλοπερίεργων αυλικών του, στην Αίθουσα Συσκέψεων, στο Βοτανικό Κήπο (Jardin De Plantes) το σημερινό Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Γαλλίας (Musée Nationale d’ Histoire Naturelle). Όμως λόγω της κακομεταχείρισης και της καθυστερημένης βαλσαμοποίησης του το κουφάρι αρχίζει να αποσυντίθεται με ταχύτατους ρυθμούς, οπότε ο Λουδοβίκος αναγκάζεται να ζητήσει να το αποσύρουν και να το κάψουν.

Παρά τις διαβεβαιώσεις του ντε Μποτέρν και του ίδιου του βασιλιά ότι το θηρίο του Ζεβωντάν αποτελεί πλέον παρελθόν, οι επιθέσεις και οι βίαιοι θάνατοι όχι μόνο δεν παύουν αλλά συνεχίζονται με αμείωτη συνέπεια. Αυτό αποτέλεσε αφορμή ώστε αρκετοί ιερείς και εν γένει άνθρωποι της εκκλησίας να αποφανθούν πως το θηρίο δεν ήταν δυνατό να σκοτωθεί με ανθρώπινα μέσα καθώς αποτελούσε προϊόν κάποιας θεϊκής παρέμβασης, κάποιο είδος θείας δίκης που στόχευε στο να τιμωρήσει με αμείλικτη σκληρότητα τους κατοίκους του Ζεβωντάν για τις αμαρτίες τους. Δεν ήταν λίγοι και αυτοί που υποστήριζαν πως για τις επιθέσεις δεν ευθυνόταν κάποιο ζώο αλλά ορισμένες μυστικά κινούμενες ομάδες μαγισσών. Ευρέως αποδεκτή ήταν και η θεωρία της ύπαρξης και της δράσης κάποιου λυκανθρώπου (loup garou), ενώ κυκλοφορούσε και η φήμη πως ο δράστης όλων αυτών των ειδεχθών εγκλημάτων, ήταν ενδεχομένως κάποιος παράφρονας που μεταμφιεζόταν σε ζώο είτε για να μην γίνει αντιληπτός από τους περίοικους, είτε γιατί θεωρούσε πως ήταν το ζώο στο οποίο μεταμφιεζόταν. Αρκετοί σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν πως οι επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Ζεβωντάν αποτελούν ίσως απόδειξη της ύπαρξης κάποιας μυστικής μαγικής κοινότητας, τα τελετουργικά της οποίας καθοδηγούνταν ή είχαν επηρεαστεί από τις πρακτικές των berserkir, των πολεμιστών του Βορρά που παρουσιάζονταν στη μάχη φορώντας μόνο ένα μανδύα από γούνα αρκούδας ή λύκου. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, οι berserkir αντλούσαν το θάρρος και την πολεμική τους ικανότητα από το ίδιο το πνεύμα του ζώου, στο οποίο άνηκε το τομάρι που φορούσαν.

Ενώ λοιπόν τα θανατηφόρα περιστατικά επιθέσεων συνεχίζονταν, ο βασιλιάς προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μην παραδεχτεί το ενδεχόμενο λάθος του ευνοούμενου του ντε Μποτέρν. Έτσι όταν ο Ζαν Σαστέλ καταφέρνει να σκοτώσει άλλο ένα τερατόμορφο πλάσμα και να το παρουσιάσει σαν το πραγματικό θηρίο του Ζεβωντάν, ο βασιλιάς υποδέχτηκε τα νέα του άθλου του με πλήρη αδιαφορία μη θέλοντας προφανώς να υποβαθμίσει τα κατορθώματα του ντε Μποτέρν. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, μετά την παρέμβαση του Σαστέλ οι επιθέσεις σταμάτησαν εντελώς, γεγονός που πιθανότατα αποδεικνύει πως το ζώο που σκότωσε εκείνο το πρωϊνό υπήρξε ο πραγματικός υπαίτιος αν όχι όλων, ίσως των περισσότερων επιθέσεων που σημειώθηκαν εκείνα τα χρόνια στην περιοχή. Το πτώμα του ζώου εξετάστηκε από έναν έγκριτο γιατρό της εποχής τον Αντουάν Μπουλανζέ, ο οποίος μας άφησε και μια λεπτομερέστατη περιγραφή του πλάσματος. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή το ζώο που του παρουσίασαν έμοιαζε με λύκο αλλά διέφερε κατά πολύ όσον αφορά τις σωματικές του διαστάσεις από τους λύκους της περιοχής. Προσθέτει επίσης ότι: «το κεφάλι του ήταν τερατώδες και το άνοιγμα του στόματος του έφτανε τα 19 εκατοστά. Τα μάτια του είχαν κιτρινωπό χρώμα και ο λαιμός του ήταν καλυμμένος από παχύ τρίχωμα γκρίζου και κόκκινου χρώματος, ενώ στο μπροστινό μέρος του στήθους του υπήρχε ένα λευκό καρδιόσχημο σημάδι. Τα μπροστινά του πόδια ήταν σαφώς πιο κοντά από τα πίσω και τα αυτιά του όρθια και στρογγυλά». Αρκετοί ζωολόγοι υποστηρίζουν πως η παραπάνω περιγραφή του Μπουλανζέ καθώς και τα καταγεγραμμένα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο θηρίο του Ζεβωντάν θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν το φυσιολογικό και βιολογικό «πορτρέτο» μιας αφρικανικής ύαινας, ενός ζώου ως επί το πλείστον άγνωστου στη Γαλλία του 16ου αιώνα. Παρόλα αυτά, ακόμα και η ύπαρξη ενός τέτοιου ζώου εκείνη την εποχή και στη συγκεκριμένη περιοχή φαίνεται πως μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι αρκετοί από τους πλούσιους Γάλλους αριστοκράτες διατηρούσαν στις εξοχικές τους επαύλεις διάφορα «εξωτικά» είδη κατοικίδιων, όπως λιοντάρια, πάνθηρες, μπαμπουίνους και ύαινες. Πολλοί μάλιστα ασχολούνταν και με την εκτροφή αυτών των σπάνιων, για τα δεδομένα της Ευρώπης, ζώων. Δεν αποκλείεται λοιπόν κάποιο εξ αυτών να κατόρθωσε να δραπετεύσει και να βρέθηκε να περιπλανιέται πεινασμένο στα αφιλόξενα για το είδος του δάση της νότιας Γαλλίας.  Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία οι θάνατοι δεν προέκυψαν από τις επιθέσεις ενός ζώου αλλά πολλών και συγκεκριμένα μιας ολόκληρης αγέλης λύκων. Εκείνη την εποχή, οι επιθέσεις λύκων στα ορεινά χωριά της Γαλλίας ήταν συχνό φαινόμενο ακόμα και πριν την εμφάνιση του θηρίου του Ζεβωντάν, καθώς ιδιαίτερα το χειμώνα οι πεινασμένοι λύκοι συνήθιζαν να επιτίθενται σε κοπάδια προβάτων και βοοειδών. Πολύ πιθανό κάποιοι από αυτούς να παρέμειναν στην περιοχή, έχοντας αντιληφθεί ότι εκεί μπορούν να βρουν ίσως αρκετά θηράματα στα οποία προφανώς περιλαμβάνονταν και οι αβοήθητοι κάτοικοι της τότε γαλλικής επαρχίας. Ένα από τα λιγότερο πιθανά σενάρια περιλαμβάνει τη δράση κάποιου προϊστορικού ζώου, ίσως κάποιου υβριδικού είδους, όπως ο ημικύων (hemicyon sansaniensis), που κατάφερε ενδεχομένως να επιβιώσει στην περιοχή.

Τέλος, οι πλέον σκεπτικιστές υποστηρίζουν πως το συγκεκριμένο πλάσμα και οι καταστάσεις που το συνοδεύουν δεν ανήκαν ποτέ στη σφαίρα της πραγματικότητας αλλά υπήρξαν δημιούργημα ιστορικών και κοινωνικών συγκυριών. Μέχρι στιγμής φυσικά, καμία από τις υπάρχουσες θεωρίες δεν έχει καταφέρει να κυριαρχήσει των υπολοίπων και ίσως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ.

Φέροντας το ευχάριστο ή δυσάρεστο βάρος της αινιγματικής του λαογραφικής κληρονομιάς το Ζεβωντάν αποτελεί ένα από τα ομορφότερα μέρη της Γαλλίας. Πρόσφατα μάλιστα και χάρη σε ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά στην επιτυχή επανένταξη των φυσικών θηρευτών στα δάση της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης, ο πληθυσμός του λύκου, ο οποίος είχε εκλείψει σχεδόν ολοσχερώς από τη δεκαετία του 1940, άρχισε να επανακάμπτει και οι λύκοι έκαναν πάλι την εμφάνιση τους στα πυκνά δάση των ορεινών τμημάτων της περιοχής. Φυσικά όλοι οι θρύλοι περί αιμοσταγών θηρίων αποτελούν πλέον μόνο ένα τουριστικό θέλγητρο. Παρόλα αυτά οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της περιοχής ακόμη δεν τολμούν να περάσουν το κατώφλι της πόρτας τους μόλις πέσει ο ήλιος. Άλλωστε σύμφωνα με τα λεγόμενα τους αυτός είναι και θα είναι πάντοτε ο τόπος του λύκου, ο τόπος του «θηρίου»…

Πηγές:

Jullien, Franz. La deuxième mort de la Bête du Gévaudan. Service de Conservation des Collections Grande Galerie de l’Evolution Muséum National d’Histoire Naturelle.

Dubois, Raymond-Francis. Vie et Mort de La Bête du Gévaudan. Liège. Ogam, 1988. Réédition 1991.

Griffiths, Tom. The Beast of the Forest. In: The Edges of Environmental History: Honouring Jane Carruthers, edited by Christof Mauch and Libby Robin, RCC Perspectives 2014, no. 1, 37–43

Pélissier Léon-Gabriel. II. Nouveaux documents sur la bête du Gévaudan . In: Annales du Midi : revue archéologique, historique et philologique de la France méridionale, Tome 11, N°41, 1899. pp. 69-83.