Λόζεν, μια γυναίκα του πολέμου ανάμεσα στους Απάτσι

 

«Ξαφνικά όλοι αναστατώθηκαν και η μακριά γραμμή του πλήθους χωρίστηκε στα δυο για να επιτρέψει σ’ έναν καβαλάρη να περάσει. Είδα μια μεγαλόπρεπη γυναίκα καβάλα σ’ ένα πανέμορφο μαύρο άλογο. Ήταν η Λόζεν, η αδερφή του Βικτόριο! Η Λόζεν η γυναίκα πολεμιστής! Ψηλά, πάνω από το κεφάλι της, κρατούσε το τουφέκι της. Είδα μια λάμψη όταν σήκωσε το δεξί της πόδι για να χτυπήσει τον ώμο του αλόγου της. Εκείνο σηκώθηκε για λίγο στα πίσω του πόδια κι έπειτα πήδηξε μέσα στο ρεύμα του ποταμού. Η γυναίκα το ανάγκασε να γυρίσει κόντρα στο ρεύμα κι εκείνο άρχισε να κολυμπά».

 

Η εικόνα αυτή που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του, τότε νεαρού πολεμιστή των Απάτσι Τσιρικάουα, Κεϊγουέκλα παρουσιάζει με τον πιο περιγραφικό τρόπο ένα μόλις στιγμιότυπο από την πολυτάραχη και γεμάτη ανατροπές ζωή της πιο χαρισματικής πολεμίστριας στην ιστορία της φυλής. Το προσωνύμιο της-Λόζεν-σημαίνει «αυτή που μιλά με το πνεύμα των αλόγων», ενώ το πραγματικό της όνομα χάνεται στα βάθη του θρύλου και ίσως-όπως και πολλά άλλα στοιχεία του μοναδικού πολιτισμού των Απάτσι-ποτέ να μην γίνει γνωστό. Οι ιστορίες που αποκαλύπτουν την αποφασιστική και ανεκτίμητη παρουσία της στις μάχες που δόθηκαν ενάντια στην άπληστη, επεκτατική πολιτική της τότε κυβέρνησης των ΗΠΑ κι έμειναν στην ιστορία με τον όρο «οι πόλεμοι των Απάτσι», έγιναν γνωστές μόλις πριν λίγες δεκαετίες καθώς οι συμπολεμιστές και συγγενείς της θέλησαν να προστατέψουν τη φήμη της από οποιοδήποτε δυσμενή χαρακτηρισμό, που μπορεί να προέκυπτε εξαιτίας της μοναδικής προσωπικότητας και των ιδιαίτερων χαρισμάτων της που σύμφωνα με το θρύλο άγγιζαν τα όρια του υπερφυσικού. Εκεί λοιπόν όπου ο Θρύλος διασταυρώνεται με την Ιστορία, στο τρίστρατο των αιώνων θ’ ακολουθήσουμε τ’ αχνά αποτυπώματα της πορείας της. Ποιος ξέρει, ίσως μας αποκαλύψουν και τη δική μας πορεία στο μυστηριώδες μονοπάτι της ζωής…

Σύμφωνα με έναν θρύλο της Δημιουργίας του Κόσμου, ο Γιούσεν, ο θεός Δημιουργός των Απάτσι, έπλασε ταυτόχρονα τον άντρα και τη γυναίκα, ώστε αυτοί να σέβονται και να απολαμβάνουν στον ίδιο βαθμό τα δώρα του. Σεβόμενοι λοιπόν αυτό το γεγονός, οι Απάτσι φρόντισαν να διαμορφώσουν μια κοινωνία, η καθημερινότητα της οποίας χαρακτηριζόταν από την απόλυτη δυνατή αρμονία, ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, ανάμεσα στο γονέα και το παιδί και ανάμεσα στη μητέρα φύση και το δημιούργημα της, τον άνθρωπο. Οι ρυθμοί της ζωής τους διαμορφώνονταν ανάλογα με το πέρας των εποχών, πάντοτε απόλυτα συνυφασμένοι με τους ίδιους τους ρυθμούς του περιβάλλοντος γύρω τους. Ο άνεμος, η βροχή, τα άστρα, η γη και τα ζώα δεν ήταν μόνο εικόνες ή φαινόμενα σ’ ένα δεδομένο καθημερινό μοτίβο δίχως μυστήριο, αλλά αντιθέτως αποτελούσαν μέλη της υπέροχης κοσμοθεωρίας αυτών των ανθρώπων που τα σέβονταν και τους απέδιδαν θεϊκές ιδιότητες. Ήξεραν ότι δεν αποτελούσαν απλά τους παρατηρητές μιας σειράς από μηχανικές διεργασίες αλλά μιας μαγικής, αέναης «τελετουργίας» ενός ιερού συνόλου, μέρος του οποίου ήταν και οι ίδιοι.

Η κοινωνία των Απάτσι λοιπόν, όχι μόνο αναγνώριζε και σεβόταν την ισότητα ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες αλλά θα χαρακτηριζόταν μάλλον μητροκεντρική γεγονός που αποδίδεται στη σημαντική θέση που κατείχε στη λατρευτική παράδοση τους η παρουσία της Γυναίκας με το Λευκό Βαμμένο Πρόσωπο, η οποία θεωρούταν η μητέρα του πρώτου Απάτσι.

Όπως οι άντρες της φυλής, έτσι και οι γυναίκες εξασκούνταν από πολύ μικρές στη τοξοβολία, τις πολεμικές τακτικές του λαού τους και φυσικά στην ιππασία. Τις συμβούλευαν επίσης τα τρέχουν και να παραμένουν γρήγορες και ευέλικτες καθώς το ενδεχόμενος κάποιας επίθεσης ήταν πάντοτε αρκετά πιθανό. Ακόμα, ήταν υπεύθυνες για την περίθαλψη των τραυματιών και των ασθενών καθώς από την ηλικία των εφτά ετών, διδάσκονταν-συνήθως από κάποια ηλικιωμένη και πεπειραμένη γυναίκα της φυλής-τα πάντα σχετικά με τις θεραπευτικές ιδιότητες και τη χρήση των βοτάνων της περιοχής όπου διέμεναν. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που λόγω των παραπάνω δεξιοτήτων τους, οι γυναίκες συμμετείχαν και στις πολεμικές επιθέσεις που διεξήγαγαν οι πολεμιστές της εκάστοτε φυλής, όχι για να πολεμήσουν αλλά για να βοηθήσουν τους ίδιους τους πολεμιστές στο δύσκολο έργο τους, αναζητώντας τροφή, κατασκευάζοντας καταλύματα και αναχώματα και βοηθώντας στη θεραπεία των τραυματιών. Οι Απάτσι δεν εμπιστεύονταν τις πολεμικές ικανότητες των γυναικών, όχι επειδή δεν τις θεωρούσαν αρκετά έξυπνες ή ευρηματικές αλλά επειδή πίστευαν ότι λόγω της σωματικής τους διάπλασης, θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουν με την ίδια ευκολία τις κακουχίες και τις στερήσεις που συνεπάγεται μια μάχη. Ανάμεσα στις λίγες από αυτές που κατόρθωσαν να διεκδικήσουν μια ενεργή θέση ανάμεσα στους πολεμιστές της φυλής τους και να κερδίσουν το σεβασμό τους ήταν και η Λόζεν, η γυναίκα με το χάρισμα.

Γεννήθηκε περίπου το 1827, σε μια περιοχή της επικράτειας των Απάτσι Τσιρικάουα στο Γουόρμ Σπρίνγκς (Warm Springs), του Όχο Καλιέντε (Ojo Caliente), εκεί όπου σήμερα οι ΗΠΑ συνορεύουν με το Νέο Μεξικό. Από πολύ μικρή ηλικία και ενώ τα υπόλοιπα κορίτσια της φυλής της εκπαιδεύονταν ως προς τα οικιακά και τα λοιπά τους πρακτικά καθήκοντα, εκείνη προτιμούσε να περνά το χρόνο της με τα αγόρια της ηλικίας της διασκεδάζοντας με διάφορα παιχνίδια που δοκίμαζαν τις πολεμικές και στρατηγικές της ικανότητες. Η αγαπημένη της όμως ασχολία ήταν η ιππασία καθώς από μικρή είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τα άλογα. Λέγεται ότι μπορούσε να επικοινωνεί μαζί τους σε κάποια παράξενη γλώσσα την οποία τα ευγενή ζώα αναγνώριζαν αμέσως, υπακούοντας σε κάθε προσταγή της. Αυτή η ικανότητα της, αποδεικνυόταν ιδιαίτερα πολύτιμη, κατά τις επιδρομές της φυλής της σε καταυλισμούς  αντίπαλων φυλών ή σε οικισμούς Μεξικανών, καθώς η κατοχή μεγάλου αριθμού αλόγων θεωρούταν μεγάλο πλεονέκτημα για τις φυλές της περιοχής. Παρά τη φήμη που τους ήθελε απάνθρωπους πολεμιστές, οι Απάτσι επιχειρούσαν κάποια αντίστοιχη επίθεση κυρίως σε περιπτώσεις ακραίας στέρησης ή ως μέσο εκδίκησης προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποια άτυπη ισορροπία στις σχέσεις τους με τους παραπάνω πληθυσμούς.

Προκειμένου να μπουν ενεργά στον κόσμο και τη ζωή των ενηλίκων, τα νεαρά κορίτσια και αγόρια της φυλής που είχαν συμπληρώσει το δέκατο-έκτο έτος της ηλικίας τους, έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις δοκιμασίες που προέβλεπε η τελετή ενηλικίωσης, η οποία ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στη Θεά με το Βαμμένο Λευκό Πρόσωπο. Σε αυτό το στάδιο καλούνταν να επιλέξουν και τη θέση τους μέσα στην κοινωνία των Απάτσι, αν θ’ ακολουθούσαν δηλαδή το δρόμο του πολεμιστή ή το δρόμο του θεραπευτή ή σαμάνου. Με το πλήρωμα του χρόνου, ήρθε και η σειρά της Λόζεν ν’ αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες που της επιφύλασσε το πέρασμα της στην ενήλικη ζωή. Για το σκοπό αυτό, όπως προέβλεπε η παράδοση κατέφυγε στα βουνά όπου πέρασε τρεις μέρες και τρεις νύχτες σε πλήρη απομόνωση, χωρίς τροφή και νερό, αντιμέτωπη με τα στοιχεία της φύσης κι εκεί ανάμεσα στις σκιές του δάσους και το φως της νέας της ζωής, λέγεται ότι ζήτησε από το μεγάλο θεό Γιούσεν να της χαρίσει την ικανότητα να μαντεύει τις κινήσεις των εχθρών του λαού της και ότι αυτός υπάκουσε στην επιθυμία της. Έτσι κάθε φορά που παρουσιαζόταν ανάγκη, εκείνη δεν είχε παρά ν’ απλώσει τις παλάμες της προς τον ουρανό και να τις στρέψει προς κάθε σημείο τους ορίζοντα. Όταν τις έστρεφε προς την κατάλληλη κατεύθυνση ένιωθε ένα ελαφρύ γαργαλητό στις άκρες των δαχτύλων της και από αυτό πιστεύεται ότι καταλάβαινε το μέρος όπου βρίσκονταν οι διώκτες των Απάτσι.

Όταν η δοκιμασία της ενηλικίωσης της ολοκληρώθηκε με επιτυχία και η Λόζεν βρέθηκε ξανά ανάμεσα στους ανθρώπους της φυλής της, ήρθε αντιμέτωπη με ένα ακόμη πιο σοβαρό δίλημμα καθώς σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η ενηλικίωση ενός κοριτσιού σηματοδοτούσε και τη διαθεσιμότητα του ως νύφη. Η Λόζεν όμως δεν επιθυμούσε να περάσει μια ζωή περιορισμένη από τις ανάγκες του συζύγου και των παιδιών της και γι’ αυτό ζήτησε από τον αδερφό της Βικτόριο να της επιτρέψει να μην παντρευτεί αλλά να περιπλανηθεί στο μονοπάτι των θεών, όπως αποκαλούταν η ζωή των μάγων-θεραπευτών της φυλής κι εκείνος δέχτηκε.

Τα χρόνια περνούσαν και οι Απάτσι του Γουόρμ Σπρινγκς βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απειλή της κατάσχεσης των εδαφών τους καθώς η κυβέρνηση ενέκρινε τον απανταχού εποικισμό της περιοχής αδιαφορώντας για τα δικαιώματα των γηγενών Αμερικάνων. Με τη μεσολάβηση του Βικτόριο, εξασφαλίστηκε προσωρινά μια εύθραυστη ειρήνη μέσα από πολυάριθμα συμβούλια και πολύωρες διαπραγματεύσεις, στις οποίες, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες που συγκέντρωσε προσεκτικά η ιστορικός Εύα Μπώλ (Eva Ball), παρευρέθηκε μετά από εντολή του αδερφού της και η Λόζεν, αφού ο ίδιος της θεωρούσε «το σημαντικότερο και τον πιο προικισμένο από τους στρατηγούς» του.

 Σύντομα όμως καμία προσπάθεια εκεχειρίας δεν στάθηκε αρκετή για να σώσει το λαό της. Το 1876 όλος ο πληθυσμός των Απάτσι του Γουόρμ Σπρινγκς μεταφέρθηκε στο κέντρο κράτησης του Σαν Κάρλος-μια περιοχή γνωστή και ως «τα σαράντα εκτάρια της κόλασης»-όπου τους περίμεναν οι αθλιότερες συνθήκες διαβίωσης και μια καθημερινότητα ασφυκτικά περιορισμένη, μακριά από τη γη τους και την ελευθερία που τους χάριζε. Μην αντέχοντας άλλο αυτή την καταδικασμένη ύπαρξη, το 1877 τριακόσιοι Απάτσι, με αρχηγό τον Βικτόριο δραπέτευσαν από το Σαν Κάρλος κι επέστρεψαν στην πατρογονική τους γη στο Γουόρμ Σπρινγκς. Μα η χαρούμενη επανεγκατάσταση τους διήρκησε μόλις δυο χρόνια, αφού μεταφέρθηκαν ξανά όλοι, αυτή τη φορά στο κέντρο κράτησης του Μεσκαλέρο, όπου καταδικάστηκαν σε καταναγκαστική εργασία. Έτσι ένα βράδυ, ο Βικτόριο, η Λόζεν και κάποιοι από τους τελευταίους ριψοκίνδυνους Απάτσι του Μεσκαλέρο το έσκασαν και κατευθύνθηκαν προς την έρημο όπου ενώθηκαν με την πολεμική ομάδα του Τζερόνιμο. Μαζί ξεκίνησαν έναν μανιώδη ανταρτοπόλεμο ενάντια στα «λευκά μάτια», όπως αποκαλούσαν τους λευκούς, με στόχο να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας στις γύρω περιοχές. Οι μαντικές ικανότητες της Λόζεν τους χάριζαν πάντα το προβάδισμα, ενώ η ικανότητα της να επικοινωνεί με τα άλογα την καθιστούσε ανεκτίμητη στην περίπτωση που μπορούσαν να εξασφαλίσουν γρήγορα και αθόρυβα, μερικά επιπλέον υποζύγια από κάποιο εχθρικό στρατόπεδο. Εξαιτίας αυτού του χαρίσματος της, οι στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού την αποκαλούσαν, «η γυναίκα φάντασμα». Όταν κάποια στιγμή, η ομάδα κινδύνευε να ξεμείνει από πολεμοφόδια, η Λόζεν δέχτηκε να επιστρέψει στο Μεσκαλέρο με σκοπό να βρει προμήθειες και να επιστρέψει για να τους βοηθήσει. Στην επιστροφή από το κέντρο κράτησης πήρε μαζί της και την έγκυο γυναίκα ενός από τους πολεμιστές, την οποία ως θεραπεύτρια της φυλής της, όφειλε να φροντίσει. Λίγο μετά την αναχώρηση τους η νεαρή γυναίκα ένιωσε με τρόμο τους πόνους του τοκετού κι έτσι η Λόζεν την έκρυψε σ’ ένα απόκρημνο σημείο κοντά στο ποτάμι και στάθηκε κοντά της, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν σ’ επιφυλακή σε περίπτωση που χρειαζόταν ν’ αποκρούσει κάποια πιθανή επίθεση, καθώς ακόμα βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Η γυναίκα υπέμεινε σιωπηλά τους πόνους της γέννας κι όταν όλα τελείωσαν, οι δυο τους πήραν το δρόμο της επιστροφής, αλλά μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο των ανταρτών, εκείνοι τις πληροφόρησαν ότι ο Βικτόριο και αρκετοί από τους άντρες του είχαν συναντήσει το ηρωϊκό τους τέλος στη μάχη του Τρες Καστίγιος. Η Λόζεν θεώρησε ότι ο θάνατος του αδερφού της, οφειλόταν στην απουσία της, καθώς εάν βρισκόταν κοντά του θα μπορούσε να τον προειδοποιήσει ως προς τις προθέσεις των εχθρών του. Για να εκδικηθεί το θάνατο του δέχτηκε να συνεχίσει τον αγώνα της στο πλευρό του Τζερόνιμο και του ηλικιωμένου αρχηγού των Απάτσι Τσεγιέν, Νάνα. Ο Τζερόνιμο, σεβόμενος τη στρατηγική ικανότητα της Λόζεν αλλά και την ευχέρεια που επεδείκνυε στη χρήση της αγγλικής γλώσσας, της ανέθεσε να φέρνει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση των ομήρων. Για περίπου πέντε χρόνια οι ομάδες των επαναστατών Απάτσι εξαπέλυσαν ένα κύμα εκδικητικής οργής σε ολόκληρη την επικράτεια με αποτέλεσμα να αποτελούν μόνιμη απειλή τόσο προς τους κυβερνητικούς στρατιώτες, όσο και προς τους ετοιμοπόλεμους Μεξικάνους. Τελικά, το 1886 οι εναπομείναντες, ελεύθεροι Απάτσι Τσιρικάουα εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν. Ανάμεσα τους και η Λόζεν. Ζητήθηκε να μεταφερθούν με τρένο από την Αριζόνα στην Αλαμπάμα, όπου παρά τις υποσχέσεις των κυβερνητικών, υπέμειναν έναν εικοσαετή εγκλεισμό. Πολλοί από αυτούς υπέκυψαν σε άγνωστες για τους Απάτσι ασθένειες, όπως η φυματίωση και ο τύφος, ενώ άλλοι έπεσαν θύματα του ψυχολογικού κλονισμού που επέφερε η αναγκαστική παραμονή τους σ’ εκείνο το άγνωστο και αφιλόξενο μέρος. Η Λόζεν υπήρξε ένα από τα αθώα θύματα, αυτής της βίαιης προσαρμογής των Ινδιάνων της Βορείου Αμερικής στα ομοιόμορφα, ηθικά πρότυπα του πολιτισμού των ευρωπαίων αποίκων. Πέθανε, άγνωστο πότε, από φυματίωση και θάφτηκε σε έναν ανώνυμο τάφο. Έτσι η γυναίκα που ο αδερφός της Βικτόριο αποκαλούσε «ασπίδα του λαού της», πέθανε σε ένα άγνωστο μέρος, περιτριγυρισμένη από τους εχθρούς της, χωρίς να μπορεί ν’ ακούσει για τελευταία φορά το ουρλιαχτό του τσακαλιού ή να αφήσει το πνεύμα τη να πετάξει ελεύθερο στο ουράνιο βασίλειο του μεγάλου αετού. Σήμερα οι απόγονοι της Λόζεν ζουν στην περιοχή του Μεσκαλέρο και ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο, χωρίς διακρίσεις και βίαιες αλλαγές για τους ίδιους και τα παιδιά τους

Πηγές:

Cleere, Jan. Legacies of the Past: Historic Warrior Women of Arizona. Arizona Journal of Interdisciplinary Stydies, Spring 2012

Moore, Beth Kimbery. A thesis in history, “Braver than most and canning in strategy”, Historical perspectives on Apache and other Native American women warriors. Faculty of Texas

Aleshire, Peter. Warrior Woman: The story of Lozen, Apache warrior and shaman. St Martin’s Press, 2001.