Απόκριες στην Αιτωλοακαρνανία: αστεία έθιμα και ξεκαρδιστικές παραδόσεις

«Τ΄ ακούτε τι παρήγγειλεν

Η καθαρή Δευτέρα.

Πεθαίν΄ ο κρέως πέθανε,

Ψυχομαχάει ο τύρος

Σηκών΄ ο πράσος την ουρά κι ο κρέμυδος τα γένια…»

Απόσπασμα από παραδοσιακό τραγούδι της Αποκριάς.

Κόνισκα, ορεινό Θέρμο.

 

Οι Απόκριες έρχονται πάλι κι όπως συμβαίνει με όλα τα αξιομνημόνευτα πράγματα στη ζωή μας, καλούνται να αποδιοργανώσουν-για μερικές έστω ημέρες-την άχρωμη καθημερινότητα στην οποία μας εξαναγκάζει ο αξιόπιστος μα πάντοτε προβλέψιμος ως προς τα πεπραγμένα του, σύγχρονος τρόπος ζωής και η ασφαλώς μελετημένη και επιβεβλημένη ρουτίνα της αστικής επιβίωσης που η πανδημία φρόντισε να μετατρέψει σε πραγματικό βραχνά για όσους από εμάς αποζητούμε πάντοτε την παρηγοριά του διαφορετικού και του ξεχωριστού. Ας αφήσουμε πίσω μας την βαριά παρακαταθήκη των τελευταίων δύο χρόνων, αφήνοντας επίσης κατά μέρους την ιδέα πως η μάσκα έχει εδραιωθεί στη σκέψη μας, ως ένα αντικείμενο που προστατεύει για να της προσδώσουμε μια άλλη, πολύ πιο ευχάριστη χρήση: αυτή που τη θέλει ν’ αποτελεί μια αφορμή για να δραπετεύσουμε από τα τετριμμένα και να μεταμορφωθούμε σε κάτι που δεν μπορεί να καθοριστεί από τα γκρίζα πλαίσια της «ευπρεπούς» καθημερινότητας μας. Ας φορέσουμε λοιπόν τη μάσκα της Αποκριάς κι ας δούμε ξανά τον κόσμο και τις πολύχρωμες συνήθειες του μέσα από τις σοφές της κόγχες! Σας προσκαλώ σε μια σύντομη περιπλάνηση στα αποκριάτικα ήθη και έθιμα της Αιτωλοακαρνανίας. Τις μάσκες σας ανά χείρας και φύγαμε…

Κατά παράδοση στο Αγρίνιο, το επικρατέστερο έθιμο των ημερών είναι φυσικά οι «μπούλες». Μικροί και μεγάλοι βγαίνουν μεταμφιεσμένοι στους δρόμους, επισκέπτονται σπίτια συγγενών και φίλων και κάνουν φάρσες ή τραγουδούν τα γνωστά σε όλους μας σκωπτικά, καρναβαλικά τραγούδια σκορπίζοντας το κέφι και προκαλώντας τα ντροπαλά χαμόγελα των έκπληκτων περαστικών. Φυσικά, οι εν λόγω επισκέψεις συνοδεύονται από το ανάλογο κέρασμα ή «φιλί», όπως αποκαλείται παραδοσιακά. Επιπλέον σε πολλά μέρη του νομού πραγματοποιείται και το λεγόμενο «γάνωμα», το μουντζούρωμα του προσώπου δηλαδή των όσων συμμετέχουν στα αποκριάτικα δρώμενα, με στάχτη από το τζάκι ή με κάρβουνα! Πριν από αρκετά χρόνια πολλοί από τους κατοίκους της πόλης συμμετείχαν και στις λεγόμενες ρετσιναριές: μεγάλες φωτιές που άναβαν χρησιμοποιώντας ως προσάναμμα το ρετσίνι που μάζευαν προσεκτικά από τα βαρέλια του κρασιού. Το συγκεκριμένο έθιμο λάμβανε χώρα τις δύο τελευταίες εβδομάδες της Αποκριάς και σε αυτό συμμετείχαν κυρίως νεαρά αγόρια και κορίτσια που πηδούσαν μαζί πάνω από τις φλόγες ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι τους, συνόδευαν τα τολμηρά άλματά τους με τραγούδια και χορούς.

Το προαναφερθέν «γάνωμα» αποτελούσε μέρος ενός ιδιαίτερου αποκριάτικού εθίμου που μέχρι πριν λίγες δεκαετίες πραγματοποιούταν στην Αμφιλοχία και δεν ήταν άλλο από το Γαϊδουρόγαμο! Όπως φανερώνει και η ονομασία του, το συγκεκριμένο έθιμο σχετιζόταν με το γνωστό σε όλους μας μυστήριο, αλλά με κάποιες μικρές…ξεκαρδιστικές παραλλαγές. Το μέρος όπου θα πραγματοποιούταν ο γάμος, ήταν μια μεγάλη εξέδρα γύρω από την οποία τοποθετούνταν σε σχήμα Π μερικά μεγάλα τραπέζια για τους καλεσμένους, οι οποίοι έπρεπε οπωσδήποτε να πασαλείψουν το πρόσωπο τους με φούμο προκειμένου να έχουν δικαίωμα να πάρουν μέρος στο γλέντι. Η «γαμήλια» πομπή κατέφθανε στο σημείο συνοδευόμενη από μέλη διαφόρων επαγγελματικών συντεχνιών, κάθε ένα από τα οποία συνεισέφερε με το δικό του μοναδικό τρόπο στο «γάμο» και στο γλέντι. Για παράδειγμα οι ψαράδες μετέφεραν καλάθια με θαλασσινά, οι αγρότες προσέφεραν όσπρια και ζαρζαβατικά κάθε λογής, οι βοσκοί μαλλί και αρνάκια για τη λαμπρή κ.ο.κ Τέλος έσπευδαν στο γλέντι οι εργάτες οι οποίοι δεν είχαν μαζί παρά μόνο το κολατσιό τους και ήταν ντυμένοι με κουρέλια και οι αμπελουργοί που μετέφεραν μεγάλα βαρέλια με κρασί αλλά και τα νυφικά στέφανα που ήταν φτιαγμένα από κισσό και κουμαριά.

Εντός ολίγου έφτανε στο καθορισμένο σημείο και οι νυφική πομπή τη γλαφυρή εικόνα της οποίας μας μεταφέρει με ιδιαίτερα διασκεδαστικό τρόπο ο Νικόλαος Τελώνας, στο βιβλίο του «Ταξίδι σε χρόνια λησμονημένα: Αμφιλοχία-Καρβασαράς 1829-1944»:

Σε λίγο κατέφθανε η πομπή. Μπροστά πήγαιναν δυο γαϊδούρια με φανταχτερές μαντανίες, πάνω στα οποία κάθονταν η νύφη και ο γαμπρός-τους οποίους υποδύονταν άντρες. Ακολουθούσαν άλλα δώδεκα γαϊδούρια ξεσαμάρωτα όπου κάθονταν οι συμπέθεροι γυρισμένοι ανάποδα (κοίταζαν προς την ουρά) και τελευταίος ο παπάς πάνω σ’ ένα μουλάρι που ευλογούσε τους καλεσμένους. Ο νουνός ήταν ο πιο κοντός από όλους, με κόκκινα τριαντάφυλλα στο πέτο και χοντρή καδένα και ρολόι που να φαίνονται. Η νύφη κι ο γαμπρός πανύψηλοι. Η νύφη με ολόλευκα κρατώντας στα χέρια κλωνάρια ανθισμένης αμυγδαλιάς και ένα λευκό πανί με κεντημένο ένα χελιδόνι. Ο γαμπρός με φουστανέλες, στριμμένο μουστάκι και λευκό μαντήλι στη μέση. Ο παπάς πανύψηλος κι αυτός με πολύ ψηλό καλυμμαύχι που έμοιαζε με κολώνα.

Όταν όλοι ανέβαιναν στην εξέδρα ο «νουνός» επιχειρούσε να…στεφανώσει το πανύψηλο ζευγάρι χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αφού το ύψος του δεν του το επέτρεπε. Τότε έσπευδαν να τον βοηθήσουν δυο εργάτες που τον σήκωναν στα χέρια τους ώστε να μπορέσει επιτέλους να φορέσει τα στέφανα στους μελλόνυμφους! Όταν τελείωνε το μυστήριο οι καλεσμένοι έραιναν το…ευτυχές ζεύγος με αμύγδαλα, φουντούκια και κυπαρισσόμηλα, υπό τις απελπισμένες κραυγές της «νύφης» που προσπαθούσε να προστατέψει το σύζυγό της. Φυσικά το όλο δρώμενο συνοδευόταν από τον ανάλογο λόγο που σατίριζε τα κοινωνικά και ηθικά δεδομένα της εποχής και αποτελούσε το έναυσμα για την έναρξη του γλεντιού!

Ένα άλλο εξίσου ξεχωριστό και άξιο αναφοράς έθιμο που τιμούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’60 οι κάτοικοι της Αμφιλοχίας ήταν η θεατρική αναπαράσταση του «Πανάρατου», που θεωρείται πως αποτελεί κάποια ελεύθερης μορφής διασκευή του έργου του Γ. Χορτάτζη «Ερωφίλη». Η υπόθεση του έργου αφορά τον ανεκπλήρωτο έρωτα δύο νέων ανθρώπων του Πανάρετου και της Ερωφίλης και τις προσπάθειες που καταβάλει ο πατέρας της τελευταίας, βασιλιάς Φιλόγονος, προκειμένου να εμποδίσει την άνομη-όπως πίστευε-ευτυχία τους. Τα πρόσωπα του έργου-τα οποία υποδύονταν πάντοτε άντρες-ήταν τα ίδια που συναντάμε και στο έργο του Χορτάτζη, ενώ τα κοστούμια τους ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να σατιρίζουν τα εκάστοτε πολιτικοκοινωνικά ήθη της εποχής. Κατά τα γραφόμενα του κυρίου Τελώνα, ο «Πανάρατος» παρουσιαζόταν πάντοτε κατά το Σάββατο της Τυρινής (της τελευταίας εβδομάδας των Αποκριών) και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα δρώμενα του τόπου.

Στη Νέα Αβώρανη συναντάμε μερικές αξιοπερίεργες παραδόσεις της Αποκριάς. Ανάμεσα σε αυτές είναι και το έθιμο του δεσίματος του κουρελιού, σύμφωνα με το οποίο, το βράδυ της Τυρινής, οι νοικοκυρές έπρεπε να μαζέψουν σε ένα παλιό κουρέλι τα απομεινάρια του φαγητού και στη συνέχεια να τα δώσουν σε μια γυναίκα που με τη βοήθεια ενός παιδιού θα ακουμπούσε το κουρέλι στη ρίζα ενός δέντρου και θα σχημάτιζε με αυτό τρεις κόμπους. Τότε το αγόρι έπρεπε να ρωτήσει τη γυναίκα τι κάνει κι αυτή έπρεπε ν’ αποκριθεί: «Δένω την αλεπού, τα φίδια και τις νυφίτσες, όλα τα σούρμενα και τα πετούμενα». Πέραν αυτού, πολλές από τις ανύπαντρες γυναίκες του χωριού έπλαθαν τις λεγόμενες «αρμυροκουλούρες» τις οποίες έτρωγαν με την ελπίδα πως θα τους φανερωθεί στον ύπνο τους το μέρος απ’ όπου θα έπρεπε να πάνε να πάρουν το νερό μέσα στο οποίο, σύμφωνα με το θρύλο, θα καθρεφτιζόταν το πρόσωπο του μελλοντικού τους συζύγου. Το έδεσμα όμως που δεν έπρεπε να λείπει από κανένα σπίτι τις συγκεκριμένες ημέρες ήταν η κολοκ’θόπ’τα (κολοκυθόπιτα), την οποία οι γυναίκες έφτιαχναν χρησιμοποιώντας τις μεγαλύτερες κολοκύθες που μπορούσαν να προμηθευτούν, προσέχοντας να μην πετάξουν το «καπάκι» του τεράστιου λαχανικού, αφού σύμφωνα με το έθιμο έπρεπε να το φορέσουν σαν καπέλο στο κεφάλι του πρώτου μεταμφιεσμένου που θα επισκεπτόταν το σπίτι τους! Οι κάτοικοι της Νέας Αβώρανης δεν θα μπορούσαν φυσικά να εξαιρεθούν από το παραδοσιακό…μουντζούρωμα αυτών των ημερών αφού κάθε χρόνο, παλαιότερα κάποιος από τους συγχωριανούς τους αναλάμβανε το ιδιότυπο καθήκον του αρχι-μουντζουρωτή κι αφού πασάλειβε ένα τηγάνι με καρβουνόσκονη-χωρίς φυσικά να παραλείψει να πασαλειφτεί και ο ίδιος-περιπλανιόταν στους δρόμους απειλώντας με «καρβούνιασμα», όλους τους διαβάτες.

Τέλος στη Δερβέκιστα-όπου οι μεταμφιεσμένοι ονομάζονται και «σκυλαραίοι»-, αναβίωνε μέχρι πριν λίγα χρόνια το έθιμο του «Χάφτη». Σύμφωνα με αυτό, σε πολλά σπίτια το βράδυ της Αποκριάς μετά το φαγητό, σχηματίζουν έναν κύκλο κι αφού ψήσουν ένα αυγό, βγάζουν το τσόφλι, το κρεμούν από το ταβάνι με μια κλωστή και το φέρνουν γύρω. Όποιος μπορέσει να το χάψει με το ανοιχτό στόμα του όταν θα περάσει είναι νικητής.

Όποιες κι αν είναι οι συνήθειες κάθε τόπου, καθορίζουν και χαρακτηρίζουν με το δικό τους μοναδικό τρόπο την ιδιοσυγκρασία, την εφευρετικότητα και τη σοφία των ανθρώπων που τις ενστερνίζονται, πλέκοντας με αυτές τις υπέροχες αναμνήσεις τους χθες και τις λαμπρές ελπίδες του αύριο. Όπως άλλωστε είχε γράψει και ο Γεώργιος Δροσίνης: «η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις και τις ελπίδες». Συμφωνείτε;

Πηγές

Τσολοδήμος, Νίκος. Το βιβλίο της Δερβέκιστας. Νέα Σκέψη, 1978

Αρκαδόπουλος, Φώτης. Η Κόνισκα στο χώρο και στο χρόνο. ΕΚΔΟΣΗ Ι.Λ.Ε.Κ 2007

Μανδέλος, Βασίλης. Λαογραφικά και Ιστορικά Νέας Αβώρανης Αιτωλοακαρνανίας. 2003

Σχισμένου-Λειβαδίτη, Κωνσταντούλα. Το Παναιτώλιο στα μονοπάτια του χρόνου. Έκδοση πνευματικού κέντρου Δήμου Θεστιέων.

Λέρη-Αντωνίου Γιαννούλα. Σχίνος Αιτωλίας. Εκδόσεις iWrite.

Τελώνας, Νικόλαος. Ταξίδι σε χρόνια λησμονημένα: Αμφιλοχία (Καρβασαράς) 1829-1944, Τόμος Β’. Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμφιλοχίας «Π. Κόκκαλης», 2017