Οna Musha: Το αδάμαστο μαχητικό πνεύμα των γυναικών Σαμουράι

Ανάμεσα στα υπέροχα εκθέματα που αντιπροσώπευαν στο ακέραιο το ήθος, την ιδιοσυγκρασία και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των λαών της Ασίας, υπήρχαν και ορισμένα που ξεχώριζαν λόγω της ιδιαίτερης μυθολογίας που τα περιβάλει. Μιας μυθολογίας που ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία φροντίζουν όχι μόνο να διατηρούν ζωντανή, αλλά και να διανθίζουν δημιουργικά με διάφορες ιστορικά τεκμηριωμένες ή μη προσθήκες στη ήδη γοητευτική της υπόσταση. Όλοι λοιπόν αναζητούσαμε ανυπόμονα με το βλέμμα τα λεπτεπίλεπτα αλλά θανάσιμα σπαθιά των Ιαπώνων σαμουράι, περιεργαζόμασταν με άκρατο θαυμασμό τις πανοπλίες τους και φανταζόμασταν με όλη τη δύναμη που μπορεί να προσδώσει στα καθημερινά αντικείμενα η ανθρώπινη φαντασία, πως ο ιδιοκτήτης αυτών των αριστοτεχνικά καμωμένων πραγμάτων τα χρησιμοποίησε για να υπερασπιστεί την τιμή του και ίσως την ίδια του τη ζωή. Σε κάποια από τις επιγραφές που περιέγραφαν τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε αντικειμένου, αλλά και τη βασική του χρήση, το βλέμμα μου στάθηκε σε μια μικρή φράση, η επεξήγηση της οποίας δημιούργησε μέσα μου μια ευχάριστη αναστάτωση: «…ona-musha/ona-bugeisha, γυναίκες-πολεμιστές της εποχής των Σογκούν».  Ακριβώς κάτω από τη μικρή λευκή ταμπέλα, υπήρχε ένα μεγάλο μαχαίρι και ένα παράξενο όπλο σαν ακόντιο με μια μυτερή και καμπυλωτή αιχμή. Και τα δύο-σύμφωνα με την επιγραφή-αποτελούσαν τα βασικά όπλα των γυναικείων μελών των φατριών σαμουράι. Την έκπληξη μου διαδέχτηκε η λαχτάρα να μάθω ακόμη περισσότερα γι’ αυτές τις αινιγματικές γυναίκες και την καθημερινότητα τους. Σας προσκαλώ λοιπόν, να περπατήσουμε μαζί στα μονοπάτια του θάρρους και της αφοσίωσης μαζί τους…

Σύμφωνα με το θρύλο, η Αματεράσου, η θεά του Ήλιου γέννησε τον πρώτο αυτοκράτορα της Ιαπωνίας και του ανέθεσε την προστασία της γης και των κατοίκων της, ενώ μια άλλη εκδοχή του συγκεκριμένου μύθου θέλει την ίδια τη θεά να διδάσκει στις γυναίκες πώς να χρησιμοποιούν το μακρύ μαχαίρι ή ναγκινάτα. Στη μεσαιωνική, φεουδαρχική Ιαπωνία οι γυναίκες θεωρούταν οι στυλοβάτες των σπιτιών αλλά και των ίδιων των οικογενειών τους, όταν οι σύζυγοι τους έπρεπε να λείψουν για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προτού όμως εξετάσουμε εκτενέστερα το ρόλο των γυναικών αυτών στην κοινωνία αλλά και στον πόλεμο, ας περιηγηθούμε πρώτα στην ιδιαίτερη καθημερινότητα των σαμουράι.

Στο βιβλίο του «Warriors of Medieval Japan», ο Στίβεν Τέρνμπουλ, επεξηγεί πως η λέξη σαμουράι σημαίνει «αυτός που υπηρετεί την τιμή», μια ονομασία που ταιριάζει πλήρως στον ηθικό κώδικα των Ιαπώνων πολεμιστών, το λεγόμενο κώδικα μπουσίντο σύμφωνα με τον οποίο ο σωστός πολεμιστής έπρεπε να υπακούει σε πέντε θεμελιώδεις συνειδησιακές αρχές: εντιμότητα ή δικαιοσύνη, γενναιότητα, καλοσύνη ή ελεημοσύνη, ευγένεια, εντιμότητα και ειλικρίνεια. Αρχικά οι σαμουράι ήταν γαιοκτήμονες που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική αυλή, τους οποίους οι συνθήκες ανάγκασαν να εξασκούνται τακτικά στις πολεμικές τέχνες προκειμένου να μπορούν να προστατέψουν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους από τους εκάστοτε φιλόδοξους εισβολείς. Με το πέρασμα των αιώνων εξελίχθηκαν σε μια αξιόλογη στρατιωτική δύναμη που δρούσε υπηρετώντας τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές κατά τις οποίες μέλη της συνομοταξίας των συγκεκριμένων πολεμιστών μπορούσαν να ασκήσουν τόσο τη νομοθετική όσο και την εκτελεστική εξουσία. Από τον 11ο αιώνα μάλιστα οι σαμουράι είχαν σχεδόν εγκαθιδρύσει μια δική τους κοινωνική κάστα και είχαν αποκτήσει τη φήμη εξαιρετικά ικανών και αδυσώπητων πολεμιστών που συμμετείχαν σε μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες των μεσαιωνικών χρονικών.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά την απουσία των ανδρών οι γυναίκες έπρεπε να αναλάβουν τον έλεγχο του νοικοκυριού σε όλα τα καθημερινά επίπεδα. Αυτό συνεπαγόταν και την πιθανή υπεράσπιση του από τυχόν εισβολείς. Γι’ αυτό το λόγο πολλές γυναίκες εκπαιδεύονταν από την παιδική σχεδόν ηλικία στη χρήση όπλων, όπως το ναγκινάτα (naginata), το παραδοσιακό όπλο των γυναικών-πολεμιστών αλλά και του ξιφίδιου τάντο (tanto). Το τελευταίο χρησίμευε και σαν μέσο αυτοκτονίας, καθώς το σημαντικότερο καθήκον μιας γυναίκας σαμουράι ήταν να διατηρήσει την αξιοπρέπεια της, σε περίπτωση που οι μαχητικές της ικανότητες δεν ήταν αρκετές για την προστατέψουν από κάποια απόπειρα βιασμού. Ο ρόλος των γυναικών στα πεδία των μαχών, συχνά περιοριζόταν στην απαραίτητη φροντίδα των τραυματιών, στον αποτελεσματικό ανεφοδιασμό των υπό πολιορκία οχυρών και την έγκαιρη αναπλήρωση των πολεμοφοδίων. Παρόλα αυτά υπάρχουν αρκετές ιστορικά καταγεγραμμένες περιπτώσεις γυναικών που ξεχώρισαν για τις ίδιες τις πολεμικές του ικανότητες και για την ασύγκριτη γενναιότητα τους. 

Η μεσαιωνική, φεουδαρχική Ιαπωνία αποτελούσε έναν τόπο αέναων συγκρούσεων μεταξύ αντίπαλων φατριών. Σαν αποτέλεσμα αυτής της ασίγαστης πολεμικής έντασης, δημιουργήθηκαν ορισμένες ομάδες ιδεολογικών στασιαστών-γνωστών ως Ikko-ikki (αυτόνομη κοινότητα), οι οποίες έρχονταν συχνά σε σύγκρουση με τους κυβερνήτες των επαρχιακών περιοχών που είχαν ανώτερα αξιώματα. Κατά αυτόν τον τρόπο τα μέλη των Ikko-ikki κατόρθωναν να διασφαλίσουν μια πιο δίκαιη μεταχείριση ως προς τη φορολογία που τους επιβαλλόταν σε ετήσια βάση και τη διατήρηση ορισμένων προνομίων που απολάμβαναν δικαιωματικά. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν οι γυναίκες αποκτούσαν μια άλλη προοπτική ως προς το την έννοια του πολέμου και τον ρόλο που διαδραμάτιζαν οι ίδιες σε αυτόν. Μια από τις πρώτες ιστορικές μαρτυρίες που επαληθεύουν τη σπουδαιότητα της γυναικείας, πολεμικής παρουσίας στις μάχες μεταξύ των στασιαστών Ikko-ikki και των διορισμένων από το αυτοκρατορικό συμβούλιο, διεφθαρμένων κυβερνητών, αφορά την υπεράσπιση του Κάστρου Ομόρι, που αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα σημεία συγκέντρωσης των αντιστασιακών δυνάμεων της εποχής. Σύμφωνα με αυτή: Και οι τριακόσιες γυναίκες που φιλοξενούνταν στο κάστρο, όρμησαν έξω από αυτό και άρχισαν να εκτοξεύουν πέτρες στους εισβολείς, χρησιμοποιώντας ένα είδος γιγαντιαίας σφεντόνας. Η έκπληξη των αντρών πολεμιστών του αντίπαλου στρατοπέδου ήταν τέτοια, ώστε οι μισοί από αυτούς υποχώρησαν για να γλυτώσουν από το μένος των γυναικών και οι άλλοι μισοί έμειναν στις θέσεις τους αναποφάσιστοι ως προς το ποια θα έπρεπε να είναι η επόμενη κίνηση τους. Εκεί συνάντησαν ένα φριχτό θάνατο».

Η πρώτες απεικονίσεις γυναικών-πολεμιστών, εντοπίζονται στις διάσημες ξυλογραφίες Ουκίγιο-ι, οι οποίες ωστόσο παρουσιάζουν μια πιο εξιδανικευμένη εικόνα των γυναικών,  επιδιώκοντας να τονίσουν περισσότερο την κομψότητα και τη χάρη του φύλλου τους, παρά το πολεμικό τους μένος. Ένα από τα πιο γνωστά πορτραίτα της συγκεκριμένης συλλογής, είναι αυτό της Τομόε Γκοζέν, γνωστής και με το προσωνύμιο «όμορφη σαμουράι». Αποτελεί ίσως την πιο ονομαστή γυναίκα σαμουράι, τα πολεμικά κατορθώματα της οποίας καταγράφηκαν στο χρονικογράφημα Χάικε Μονογκατάρι, μια συλλογή ιστορικών δοκιμίων που χρονολογείται από τον 9ο αιώνα μ.Χ.. Η Τομόε συνόδευε συχνά το σύζυγο της-στρατηγό Μιναμότο Γιοσινάκα-κατά τις στρατιωτικές του εκστρατείες, λαμβάνοντας ενεργά μέρος στη μάχη, αφού ο ίδιος ο Γιοσινάκα της είχε αναθέσει τη θέση του στρατιωτικού διοικητή. Η παρακάτω μαρτυρία αφορά τη συμμετοχή της στη μάχη του Αβάζου το 1184, κατά την οποία ο στρατός του Γιοσινάκα δέχτηκε μια συντριπτική ήττα, και μας παρέχει μια γλαφυρή εικόνα της εμβληματικής αυτής πολεμίστριας: Είχαν απομείνει παρά μόνο πέντε επιζώντες και η Τομόε ήταν μια από αυτούς που στέκονταν ακόμη όρθιοι. Τότε ο άντρας της γύρισε και της είπε πως αφού ήταν γυναίκα έπρεπε να προσπαθήσει να φύγει, εφόσον εκείνος ήταν αποφασισμένος να μείνει και να πολεμήσει μέχρι θανάτου. Εκείνη έμεινε μαζί του πάνω στο άλογο της και τότε είδαν από μακριά να φτάνει ένας παντοδύναμος πολεμιστής με τριάντα γενναίους άντρες υπό τις διαταγές του. Η Τομόε, όρμησε αμέσως προς το μέρος τους κι επιτέθηκε στον αρχηγό τους. Αφού πάλεψαν για λίγο, η γυναίκα τον έσυρε από το άλογο του και πιέζοντας τον ήρεμα πάνω στη λαβή της σέλας της, του έκοψε το κεφάλι. Έπειτα έβγαλε την πανοπλία της και έφυγε καλπάζοντας προς τις ανατολικές επαρχίες». Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν πως τη φυγή της ακολούθησε η αιχμαλωσία, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως μετά από πολλά χρόνια πέθανε ήρεμη στο κρεβάτι της, περιτριγυρισμένη από όσα μέλη της οικογένειας της είχαν επιβιώσει του πολέμου. Το μόνο σίγουρο είναι πως τη γενναία πορεία της ακολούθησαν κι άλλες γυναίκες, όπως μια νεαρή κοπέλα από το νησί Ομισίμα, η Τσουρουχίμε, η πριγκίπισσα της θάλασσας.

Η Τσουρουχίμε ήταν κόρη του ιερέα του νησιού Ομισίμα. Ο πατέρας της φρόντισε να εκπαιδεύσει την κόρη του, από πολύ μικρή ηλικία στις πολεμικέ τέχνες και στη χρήση του ναγκινάτα. Όταν ο εκείνος πέθανε η Τσουρουχίμε κληρονόμησε τη θέση του πατέρα της και μαζί ανέλαβε να ενισχύσει την άμυνα του νησιού, απέναντι στις συνεχόμενες επιθέσεις της αντίπαλης φατρίας των Ούσι. Το 1541 μάλιστα, όταν ήταν μόλις 16 ετών, λέγεται πως οδήγησε η ίδια τα στρατεύματα της απέναντι στους επιδρομείς των Ούσι. Οι Ούσι κατανικήθηκαν αλλά επέστρεψαν με εκδικητικές διαθέσεις τέσσερις μήνες αργότερα. Αυτή τη φορά, επικεφαλής του στόλου τους ήταν ο διακεκριμένος στρατηγός Ομπάρα Νακατσουκάσα νο Γιό. Η Τσουρουχίμε οδήγησε τον στρατό του νησιού Ομισίμα σε μια αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των δυνάμεων των Ούσι. Σκαρφάλωσε απαρατήρητη στη ναυαρχίδα του Ομπάρα χρησιμοποιώντας τα νύχια μιας αρκούδας, ένα απόγευμα που εκείνος απολάμβανε ανυποψίαστος κάποιο ψυχαγωγικό θέαμα κι ένα μπουκάλι σάκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Ο Ομπάρα έμεινε έκπληκτος μπροστά στο θέαμα της νεαρής κοπέλας που κατάφερε να αιφνιδιάσει τον ίδιο και τους ικανότατους στρατηλάτες του. Οπλισμένη με το σπαθί του ιερέα πατέρα της, η Τσουρουχίμε νίκησε εύκολα τον Ομπάρα, ενώ ο στρατός της αμυνόταν χρησιμοποιώντας ένα είδος πρώιμης οβίδας, τις χοροκουμπίγια, εξαναγκάζοντας έτσι τον στόλο των Ούσι, σε άτακτη υποχώρηση. Η πριγκίπισσα της θάλασσας, πέθανε το 1543, υπακούοντας στο τυπικό της τελετουργικής αυτοκτονίας που ακολούθησε το θάνατο του αγαπημένου του από πνιγμό. Η πανοπλία της βρέθηκε και διατηρείται σήμερα στο μουσείο του νησιού Ομισίμα, μαζί με πολλά ενθύμια της σύντομης αλλά ένδοξης πολεμικής της πορείας.

«Ατρόμητη σαν άντρας και όμορφη σαν λουλούδι», αυτή είναι η περιγραφή που διαβάζουμε σε μια μαρτυρία που αφορά μια εξίσου σπουδαία πολεμίστρια της εποχής των Σογκούν, τη Χανγκάκου Ιταζάκι. Η Χανγκάκου αναφέρεται ως αντάξια συμπολεμίστρια των σπουδαίων αντρών πολεμιστών της οικογένειας της, που έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1201 εναντίον της φατρίας των σογκούν Καμακούρα. Σύμφωνα με το Χάικε Μονογκατάρι: «Η Χανγκάκου, ντυμένη σαν άντρας, έστεκε στον πύργο του κάστρου Τοριζάκα-που άνηκε στην οικογένεια της και αποτελούσε τον πυρήνα των επαναστατημένων φατριών-ενώ όποιος εχθρός την πλησίαζε έπεφτε νεκρός από τα βέλη της που ποτέ δεν έχαναν τον στόχο τους». Λέγεται επίσης πως η Χνγκάκου σταμάτησε να μάχεται μόνο αφού είχε τραυματιστεί σοβαρά. Δεν της επέτρεψαν να τελέσει την τελετουργική αυτοκτονία που όριζε ο κώδικας μπουσίντο αφού αυτό θεωρήθηκε προσβολή προς την μεγάλη της ομορφιά και αργότερα εξαναγκάστηκε να παντρευτεί έναν από τους ακολούθους του σογκούν Μιναμότο Γιορίγιε που είχε καταφέρει να καταλάβει το κάστρο Τοριζάκα. Έκτοτε η πορεία της χάνεται στο χρόνο, αν και ορισμένες πηγές υποστηρίζουν πως αργότερα έφερε στον κόσμο έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες της Ιαπωνίας.

Αφήνοντας τον γοητευτικό και αδυσώπητο κόσμο των όνα μούσα δεν θα μπορούσα να παραλείψω ν’ αναφερθώ σύντομα, αλλά ελπίζω παραστατικά στην καθοριστικής σημασίας δράση των γυναικών Τζίτο. Αναλαμβάνοντας το ρόλο του τοπικού τοποτηρητή οι Τζίτο ήταν υπεύθυνες για τη διεκπεραίωση ενός ευρύτερου φάσματος σημαντικών κρατικών ζητημάτων. Από την σωστή απόδοση των φόρων, μέχρι την περιφρούρηση των επαναστατημένων περιοχών κι από την εγκαθίδρυση της νομοθεσίας των φατριών μέχρι τη διευθέτηση κληρονομικών ζητημάτων, οι γυναίκες αυτές αξιοποιούσαν την εξουσία που τους είχε παραχωρηθεί-συνήθως μέσω κληρονομικού δικαιώματος-προκειμένου να θέσουν τα θεμέλια της αρμονικής κοινωνικής συνύπαρξης με γνώμονα πάντοτε την άφθαρτη ηθική εξέλιξη των κατοίκων της Ιαπωνίας και την αδέκαστη επιβολή του κοινού δικαίου.

Όσα στοιχεία διαθέτουμε σήμερα, γι’ αυτό το αόρατο μέχρι πρότινος σύμπαν, των γυναικών-πολεμιστών της Ιαπωνίας, διανθίζονται πάντοτε από την ανάγκη ή και την πρόθεση των αντρών χρονικογράφων, ν’ αποτυπώσουν τόσο τη μαχητική φύση αυτών των εμβληματικών γυναικών, όσο και την εύθραυστη ομορφιά που αποτελεί ακόμη και σήμερα απαράβατο χαρακτηριστικό της γυναικείας φύσης για την ιαπωνική κουλτούρα. Τα κατορθώματα αυτών των γυναικών έρχονται να εμπνεύσουν εμάς, τις γυναίκες του σύγχρονου κόσμου, που λαμβάνουμε μέρος καθημερινά σε μια άλλου είδους μάχη. Μητέρες, κόρες, αδερφές, σύντροφοι, όλες καλούμαστε να εκπληρώσουμε ένα και μοναδικό καθήκον: αυτό της καρδιάς μας. Σε πείσμα των σύγχρονων προτύπων και απαιτήσεων φοράμε την πανοπλία της ευφυίας και των έντονων συναισθημάτων που μόνο η γυναικεία φύση γνωρίζει πώς να μεταχειρίζεται, να παράγει και να μοιράζεται. Για να βοηθήσουμε όσους αγαπάμε, αλλά και όσους έχουν την ανάγκη να γνωρίζουν πως το κακό σε οποιαδήποτε μορφή του μπορεί να νικηθεί, πλέον όχι με την κοφτερή αιχμή της ναγκινάτα, αλλά με την μόρφωση, την αποδοχή και τον αλληλοσεβασμό! Εμπρός λοιπόν σύγχρονες πολεμίστριες της καρδιάς!

Πηγές:

Turnbull, Stephen. Samurai Women. Osprey Publishing, 2010

Turnbull, Stephen. Warriors of Medieval Japan. Osprey Publishing, 2005

 

[1] Hai-ku: μικρά συμβολικά, παραδοσιακά ποιήματα της Ιαπωνίας