Το μαχαίρι των Ξωτικών

Μια ιστορία αρχαία λέει , πως στα πολύ παλιά χρόνια όλα τα δέντρα έριχναν τα φύλλα τους,  δεν υπήρχαν δηλαδή αυτά τα δέντρα που σήμερα ονομάζουμε αειθαλή. Όμως σ’ έναν τόπο πέρα από δυο θάλασσες υπήρχε κάποτε ένα δέντρο που ποτέ δεν έριχνε τα φύλλα του. Στεκόταν πάντα φουντωτό και καταπράσινο στη μέση ενός τεράστιου δάσους και πάνω στο κορμό του υπήρχε μια κουφάλα, σαν πορτούλα. Αυτή τη πορτούλα όσοι έμεναν στο χωριό έξω απ’ το δάσος την έλεγαν η Πόρτα των Ξωτικών γιατί από εκεί έβλεπαν πολλά βράδια να βγαίνουν περίεργες λάμψεις, ν’ ακούγονται κρότοι και μουσικές παράξενες.

 

Γι’ αυτό και όλοι απέφευγαν να πλησιάσουν το σημείο, μην και πέσουν πάνω σε κάποιο κάτοικο της νεραιδοχώρας και του χαλάσουν τη βολή του. Μεγάλο κακό θα έβρισκε όποιον τους ενοχλούσε και δεν ήταν λίγες οι ιστορίες για ανθρώπους που κάποιο θυμωμένο ξωτικό είχε μεταμορφώσει σε ακρίδες ή βάτραχους.

Σ’ εκείνο το μέρος όμως που όλοι απέφευγαν συνήθιζε να τριγυρίζει μια γυναίκα. Αυτή  ποτέ της δεν φοβήθηκε το δέντρο και τη πορτούλα του, κι αυτό γιατί κι εκείνη την απέφευγαν οι πάντες και ζούσε μόνη σ’ ένα καλύβι στην άκρη του δάσους. Μάγισσα την ονόμαζαν κι αν τη συναντούσαν τυχαία άλλαζαν πλευρά στο μονοπάτι.

Ένα μεσημέρι λοιπόν, πέρασε το καλάθι της στο μπράτσο και ξεκίνησε για κεινο το μέρος του δάσους, να μαζέψει ρίζες και βοτάνια.  Μα φτάνοντας στο σημείο που βρισκόταν το ξωτικόδεντρο, θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει το μαχαίρι της. Που να γυρίζει πίσω τώρα...πάνω που άρχιζε να βλαστημάει την ηλικία και τη μνήμη της με την άκρη του ματιού της είδε κάτι να γυαλίζει. Κοίταξε και βρήκε ένα μαχαιράκι τόσο δα, ασημένιο με όμορφη λάμα. «Μ’ αυτό θα κάνω τη δουλειά μου», είπε. Βάλθηκε λοιπόν να σκάβει και να κόβει με το ασημένιο μαχαιράκι.

Όταν τελείωσε και το καλάθι της είχε γεμίσει ως πάνω, θυμήθηκε πόσο κουρασμένη ήταν. Πήρε λοιπόν το δρόμο για το σπίτι κι όταν έφτασε ακούμπησε το μαχαίρι πάνω στο τραπέζι. Μα δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα, όταν το μαχαίρι σηκώθηκε μόνο του από το τραπέζι κι άρχισε να την κυνηγάει μέσα στο σπίτι. Βγήκε έξω και πάλι το μαχαίρι στο κατόπι της. Είδε κι απόειδε, ταμπουρώθηκε κάτω από το κρεβάτι και προσπάθησε να κοιμηθεί, μα να σου πάλι το μαχαίρι που με την κόψη του ακουμπούσε την άκρη της μύτης της.

Το πρωί που ξύπνησε, το βρήκε πάλι πάνω στο τραπέζι, στη θέση που το είχε ακουμπισμένο. «Αχ  πάει τα χάνω σιγά σιγά», μονολόγησε κι ήταν πια σίγουρη πως ότι είχε γίνει το βράδυ ήταν γέννημα της φαντασίας της. Μα μόλις ο ήλιος πήρε να δύει, τσουπ  πάλι το μαχαίρι, υψώνεται μόνο του και την κυνηγάει.

«Α δεν πάει άλλο», είπε η γριά που αυτή τη νύχτα αναγκάστηκε να κοιμηθεί πάνω σ’ένα δέντρο. «Αύριο θα πάω στη σπηλιά των τρολ να βρω τον παλιό μου γνωστό, τον μάγο τους, αυτός κάτι θα ξέρει να με συμβουλέψει.»

Μόλις ξημέρωσε μια και δυο βάλθηκε ν’  ανηφορίζει ξεφυσώντας το μονοπάτι για τη σπηλιά. Έφτασε απ’ έξω και φώναξε «Κρουγκ, που είσαι παλιόγερε;» και μέσα από τη σπηλιά μια φωνή σαν βράχος που πέφτει απάντησε: «Ποιος με φωνάζει;» . Ο μάγος των Τρολ βγήκε από τη σπηλιά, σέρνοντας τα πέτρινα παπούτσια του και στο φως έμοιαζε όλος γκρίζος. Μισάνοιξε τα μάτια κι όταν είδε ποιος ήταν ο επισκέπτης του είπε: « Πάλι εδώ εσύ γριά καρακάξα, σε ξέχασαν οι αιώνες;». Η γριά του είπε πως ήθελε να τη βοηθήσει κι έβγαλε από τη τσέπη της το μαχαίρι. Ο μάγος το περιεργάστηκε κάτω από τη χοντρή του μύτη, ενώ εκείνη του έλεγε τι είχε συμβεί. «Το μαχαίρι ετούτο είναι του βασιλιά των ξωτικών, και η μαγεία του κάνει τον ιδιοκτήτη του άτρωτο στη μάχη. Θα πρέπει να το επιστρέψεις εκεί που το βρήκες όσο γίνεται πιο γρήγορα γιατί μεγάλη συμφορά θα βρει εσένα και τους ανθρώπους αυτού του τόπου». Η μάγισσα είπε πως θα πήγαινε απόψε κιόλας να το αφήσει στο δέντρο, φίλεψε το τρολ δυο προπέρσινα παξιμάδια κι έφυγε περπατώντας γοργά. Το βράδυ έφτασε σαν φιλική σκιά και όλα ησύχασαν. Το φεγγάρι έλαμπε ολοστρόγγυλο και γελαστό καθώς η μάγισσα έφτανε στο δάσος. Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άκουσε γέλια και τραγούδια,  η πορτούλα πάνω στο δέντρο φωτίστηκε κι από μέσα ξεπήδησαν τα ξωτικά. Μικροσκοπικά ήταν, ντυμένα με λουλούδια και φύλλα και πρόσωπα παιδικά. Έπιασαν αμέσως έναν κυκλικό χορό κι η γριά τα κοίταζε πίσω από ένα δέντρο και χαιρόταν κι εκείνη. Ξάφνου, ακριβώς δίπλα της είδε ένα από αυτά που είχε ξεκόψει από τη συντροφιά και την κοίταζε καλά καλά. Πριν προλάβει να πει λέξη την τράβηξε από το χέρι και την έδειξε στους άλλους. Τα αερικά την κύκλωσαν κι από το βάθος έφτασε μια μικρή ακολουθία που μπροστάρης της ήταν ένα ξωτικό με πυκνά κόκκινα μαλλιά και γένια. Στο κεφάλι του φορούσε μια μικρούτσικη κορώνα από κέλυφος κάστανου. Η μάγισσα κατάλαβε πως τώρα είχε μπροστά της των βασιλιά των ξωτικών. Έπεσε στα γόνατα και του έδωσε το μαχαίρι ενώ ευχόταν να μην την μεταμορφώσει σε γυμνοσάλιαγκα. Μα ο ξωτικοβασιλιάς είπε: «Καλώς τη μάγισσα, την καλή μας φίλη που χρόνια ακούει τη μουσική των σύννεφων και το περπάτημα του ονείρου. Καλώς μας ήρθες και καλώς να επιστρέψεις και το δώρο που δεν δωρίζεται», είπε χαμογελώντας πλατιά και πήρε το μαχαίρι που έλαμψε κι άλλο στα χέρια του. «Αφού λοιπόν μου έφερες πίσω τον πιο πολύτιμο θησαυρό που έχω, εγώ θα σου χαρίσω κάτι ακόμη πιο πολύτιμο», είπε κι εμφάνισε στη παλάμη του ένα πουγκί. «Να λοιπόν οι σπόροι του δέντρου που δεν ρίχνει ποτέ τα φύλλα του. Εύχομαι τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του να ζήσουν μαζί με τους ανθρώπους μέχρι τα μεγάλα βουνά να γίνουν άμμος στην ακρογιαλιά» και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε και μαζί του και όλη η χαρούμενη εκείνη κουστωδία.

Από εκείνη την ημέρα η μάγισσα βάλθηκε να χρησιμοποιήσει το θαυμαστό εκείνο δώρο. Ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου και σε κάθε καινούργιο μέρος που πήγαινε φύτευε και μερικούς σπόρους, μέχρι που ο κόσμος γέμισε πια και συνεχίζει να γεμίζει και να ομορφαίνει από τα παιδιά των παιδιών των δέντρων που δεν ρίχνουν ποτέ τα φύλλα τους…