Ο ψαράς του φεγγαριού

 

Που λέτε λοιπόν, κάποτε στα σύνορα που χώριζαν τον κόσμο των ανθρώπων απ’ τον κόσμο των πνευμάτων  κατοικούσε το πιο στριμμένο και μίζερο ξωτικό ολόκληρου του Νεραιδόκοσμου. Το όνομα του ήταν Φρίκεντικ και δεν περνούσε μέρα που να μην τσακωθεί, αδικήσει ή κακολογήσει κάποιον. Λόγω αυτού λοιπόν όλοι τον απέφευγαν. Μα αυτά δεν ήταν τα μόνα του ελαττώματα. Ήταν επίσης φαντασμένος και ματαιόδοξος και του άρεσε να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο όλων. Πραγματικά έδειχνε να μην τον ευχαριστεί τίποτα, εκτός ίσως από ένα πράγμα. Αυτό που απολάμβανε πραγματικά ο Φρίκεντικ ήταν να ψαρεύει και εννοείται πως και γι’ αυτό κορδωνόταν συνέχεια. Για τα παχιά ψάρια που έπιανε και για τα πετυχημένα δολώματα που χρησιμοποιούσε.

Όταν τύχαινε να έχει καλή ψαριά (αν και ακόμη κι όταν δεν είχε δεν θα το έλεγε σε κανέναν), πήγαινε στην αγορά για να πουλήσει μερικά. Μα ποτέ δεν κατάφερνε να πουλήσει κανένα, όχι γιατί δεν ήταν καλής ποιότητας ίσα ίσα που πάντα τα ψάρια του έδειχναν φρεσκότατα και γυαλιστερά, αλλά γιατί εκείνος δεν καταδεχόταν ν’ αγοράζει τα ψάρια του όποιος κι όποιος. Έτσι λοιπόν αφού δεν τα πουλούσε αναγκαζόταν να τα τρώει κι όσα δεν έτρωγε τα πέταγε στις γάτες (φυσικά ούτε αυτό τ’ ομολογούσε ποτέ σε κανέναν). Μια μέρα λοιπόν μια παρέα από ξωτικά αποφάσισε να του σκαρώσει μια πλάκα, που έμελε όμως να του αλλάξει τη ζωή.

Ένα πρωινό ενώ πήγαινε στην αγορά για να… μην πουλήσει τα ψάρια του, άκουσε κάποιους να κουβεντιάζουν και στάθηκε να κρυφακούσει γιατί του φάνηκε πως άκουσε τις λέξεις «ψάρεμα» και «αδύνατο» και «μαυρόλιμνη». Πετάχτηκε λοιπόν απρόσκλητος στην συζήτηση και απαίτησε να μάθει τι συζητούσαν. Οι ξωτικοί, που δεν ήταν άλλοι από τη παρέα που λέγαμε, του είπαν πως υπήρχε η φήμη πως κανένας ψαράς δεν τόλμησε ποτέ να ψαρέψει στα νερά της Μαυρόλιμνης γιατί έλεγαν πως εκεί κατοικούσε η ψυχή ενός σατανικού άρχοντα κι ότι όποιος το προσπάθησε χάθηκε στα μαύρα βουρκιασμένα νερά της. Μα ο Φρίκεντικ ξεφύσηξε όλο περιφρόνηση και είπε: «Σατανικός άρχοντας και κουραφέξαλα, δε λέτε καλύτερα πως φοβάστε και τη σκιά σας! Κότες!» φώναξε κοροιδευτικά κι έφυγε σφυρίζοντας ανέμελα. Οι ξωτικοί γέλασαν δυνατά όταν εκείνος απομακρύνθηκε, κι ένας απ’ αυτούς είπε: « Ε σίγουρα να ένας ψαράς που τσίμπησε το δόλωμα». Και πράγματι από εκείνη την ώρα ο Φρίκεντικ είχε μόνο μια σκέψη στο μυαλό του: πως θα γινόταν να είναι ο πρώτος που θα βγάλει ψάρι απ’ τα νερά της Μαυρόλιμνης. Το σκέφτηκε το ξανασκέφτηκε και δεν έβρισκε ησυχία, τα βράδια στριφογύριζε στον ύπνο το. Ώσπου ένα πρωί σηκώθηκε πήρε το καλάμι του και τα καλύτερα του δολώματα και κίνησε για εκεί που του είπαν πως έπεφτε η Μαυρόλιμνη.

Περπάτησε μέρες  πολλές, πέρασε άγρια κακοτράχαλα μέρη και φοβερά δάση, στοιχειωμένα ρουμάνια και ομιχλιασμένες πεδιάδες όταν τελικά είδε από μακριά τα μαύρα νερά. Σαν έφτασε στην όχθη, χωρίς να δίνει σημασία στα κοράκια που στέκονταν στα γκρίζα δέντρα ολόγυρα του και τον κοιτούσαν λαίμαργα  έβγαλε τα δολώματα του, διάλεξε το πιο μυτερό του αγκίστρι και το παχύτερο από τα σκουλήκια που είχε φέρει μαζί του. Έπειτα το πέρασε στο αγκίστρι, τίναξε το καλάμι και η πετονιά βούτηξε στο νερό . Ξαφνικά έγινε ησυχία γύρω και μια περίεργη πρασινωπή ομίχλη άρχισε ν’ αναβλύζει από την επιφάνεια της λίμνης. Μέσα σε λίγα λεπτά μπροστά του στεκόταν ένα πλάσμα με ανθρώπινη όψη. Το κορμί του ήταν ένα με την πράσινη ομίχλη και στάθηκε ψηλό και τρομακτικό μπροστά στον Φρίκεντικ, που ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι κάτι του έβρεχε τα πόδια… και δεν ήταν νερό. Το πνεύμα τον κοίταξε με τα φοβερά κόκκινα μάτια του κι έπειτα, χωρίς να βγάλει μιλιά άρπαξε την πετονιά και την εκσφενδόνισε και μαζί της εκείνη πήρε και τον Φρίκεντικ που βρέθηκε να πετάει στον αέρα. Σε λίγα λεπτά προσγειώθηκε σ’ ένα λόφο κι αφού σηκώθηκε ενώ τα πόδια του έτρεμαν σαν ξερά καλάμια, είδε ότι ακόμη βαστούσε το ψαροκάλαμο του που όταν άνοιξε τα δάχτυλα να το αφήσει αυτό  δεν έλεγε να φύγει απ’ το χέρι του! Σα να ήταν κολλημένο στη παλάμη του. Του κάκου την τίναζε και την κουνούσε πάνω κάτω ,δώθε πέρα. Εκεί το καλάμι!

Αφού κουράστηκε να προσπαθεί, πήρε την απόφαση να γυρίσει σπίτι του για να δει τι θα κάνει. Μα δεν μπόρεσε να κάνει ούτε βήμα. Γιατί και τα πόδια του κολλημένα ήταν. Έκανε να τραβήξει τη πετονιά μα τότε είδε το φεγγάρι να τον πλησιάζει ολοένα. Όσο τράβαγε τόσο εκείνο πλησίαζε. Το ξωτικό κατάλαβε πια πως τώρα πλήρωνε για όλη την άσχημη συμπεριφορά του προς τους άλλους κι έκατσε κάτω να κοιτάζει το φεγγάρι.

Έτσι ο Φρίκεντικ ο γκρινιάρης έγινε ο ψαράς του φεγγαριού κι όποτε βλέπετε την ασημένια σφαίρα να πλησιάζει τη γη ή ν’ αλλάζει θέση το ασημένιο μισοφέγγαρο στο στερέωμα είναι εκείνος βέβαια που προσπαθεί να κάνει ακόμη μια προσπάθεια για να ξεφύγει ,μα μάταια… Τα χρόνια περνούν κι ακόμη εκεί είναι.

Αν τύχει λοιπόν ο δρόμος σας και βρεθείτε στο λόφο αυτό  δείτε τι έπαθε αυτό το κακότροπο ξωτικό και πάρτε παράδειγμα.