Δωδεκαήμερο μέρος 1ο

Αθήνα, 2004

Στον ηλεκτρικό προς Πειραιά

 

Η βροχή σταμάτησε λίγο πριν τα φρένα το τρένου τσιρίξουν, καθώς αυτό πλησίαζε την σκεπασμένη αποβάθρα. Οι σταγόνες του νερού έμοιαζαν να συναγωνίζονται μεταξύ τους καθώς διέσχιζαν διαγώνια το, κουφωμένο με βρώμικο πλαστικό, παράθυρο του βαγονιού. Οι πόρτες άνοιξαν και οι άνθρωποι μπήκαν στο βαγόνι καλύπτοντας ασφυκτικά κάθε ελεύθερο σημείο του διεκδικώντας, με αδικαιολόγητη αγανάκτηση οι περισσότεροι, χώρο για τις παραγεμισμένες με χριστουγεννιάτικο πνεύμα τσάντες των εμπορικών καταστημάτων του κέντρου.

Ο Ισίδωρος περιεργάστηκε τα πρόσωπα γύρω του με άφθονο σαρκασμό.

Ευτυχώς είχε προλάβει να καθίσει έγκαιρα σε μια από τις γωνιακές θέσεις της γαλαρίας κι έτσι δεν κινδύνευε από το αναμενόμενο εορταστικό στρίμωγμα. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε. Η συγκεκριμένη θέση του χάριζε ένα πλεονέκτημα που από λίγους θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Του εξασφάλιζε μια ανακουφιστική ψευδαίσθηση ιδιωτικότητας μέσα στην ανθρώπινη πλημμύρα. Από τη θέση του μπορούσε άνετα να φαντάζεται πως μπορούσε να δημιουργήσει ένα κουκούλι σιγουριάς, που στο αγοραφοβικό μυαλό του ήταν πάντα ευπρόσδεκτο. Βλαστήμησε σιγανά τον εαυτό του γιατί είχε επιλέξει να τολμήσει να βγει από το σπίτι του μια τέτοια μέρα και εισέπραξε το θιγμένο βλέμμα της  ηλικιωμένης κυρίας που καθόταν δίπλα του, η οποία αφού τον περιεργάστηκε με εντελώς αδιάκριτο τρόπο, του γύρισε ελαφρώς την πλάτη. Με την αντίδραση της, το σαρκαστικό ύφος επανήλθε στο πρόσωπο του ενώ σκεφτόταν το αναπόφευκτο κήρυγμα που θα άκουγε από την μητέρα του μόλις επέστρεφε σπίτι. Ποτέ της δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί ο γιός της απέφευγε επισταμένα τις κυριακάτικες λειτουργίες και κάθε επαφή με την χριστιανική λατρεία. Αντιθέτως κάθε χρόνο του επεσήμανε με προσποιητά επιδοκιμαστικό ύφος τη σημασία αυτών των ημερών που στο μυαλό της ταυτίζονταν μόνο με την παραδοσιακή ευλάβεια. Μάταια ο Ισίδωρος προσπαθούσε να την πείσει ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής την είχε εξαλείψει προ πολλού, εκείνη φαινόταν να μην θέλει να καταλάβει.

Έριξε άλλο ένα αδιάφορο βλέμμα στα πρόσωπα γύρω του και χασμουρήθηκε ηχηρά. Ευτυχώς σε κανένα δεκάλεπτο θα έφτανε στο σπίτι και θα έπαυε να βασανίζει τη σκέψη του η προσπάθεια να μείνει αόρατος από τα βλέμματα των αδιάφορων κατά τ’ άλλα συνεπιβατών του. Πραγματικά αυτές οι μέρες του δημιουργούσαν μεγάλο άγχος και τον εκνεύριζε όλη αυτή η πλαστική ευφορία. Άλλο ένα χασμουρητό το οποίο προσπάθησε να πνίξει έκανε τα μάτια του να δακρύσουν. Το βαγόνι ταρακουνήθηκε καθώς το τρένο άλλαζε ράγες και τότε καθώς για κλάσματα του δευτερολέπτου ο κόσμος που στεκόταν όρθιος μπροστά του μετακινήθηκε προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του, είδε στην άλλη πλευρά του βαγονιού, στην πίσω γαλαρία έναν άντρα να τον κοιτάζει. Το βλέμμα του τον έκανε να βγει από τον λήθαργο της πολύωρης ακινησίας στο βαγόνι. Ανακάθισε και προσπάθησε να τον εντοπίσει πάλι. Ήταν εκεί και τα μάτια του τον κοιτούσαν έντονα, σχεδόν αδιάκριτα. Ο Ισίδωρος ανταπέδωσε το βλέμμα με περιέργεια. Το πρόσωπο του άντρα απέναντι του, του ήταν παντελώς άγνωστο κι όσο κι αν περιεργαζόταν τα χαρακτηριστικά του δεν μπορούσε να τα ταιριάξει με κάποια ανάμνηση. Μια τέτοια φάτσα σίγουρα θα μου έμενε αξέχαστη, σκέφτηκε επιθεωρώντας το μεγάλο τριχωτό κεφάλι και τα τεράστια μάτια που τον ατένιζαν με θράσσος. Τα φρύδια του σχεδόν έσμιγαν πάνω από τη μύτη του που ήταν σουβλερή και κόκκινη. Ένα μοχθηρό χαμόγελο αποκάλυψε τα κιτρινισμένα δόντια του που έλαμψαν για λίγο κάτω από το χλωμό φως που έριχναν οι λάμπες φθορίου της οροφής. Τα φρένα έτριξαν και πάλι, αυτή τη φορά γιατί ο μηχανοδηγός επιτάχυνε. Το τρένο έμοιαζε να πετά σχεδόν με φόντο τις σκούρες πολυκατοικίες και την πορτοκαλόχρωμη γραμμή του απογευματινού ορίζοντα. Ο Ισίδωρος τράβηξε το βλέμμα του για λίγο και κοίταξε δήθεν αφηρημένα από το παράθυρο. όμως συνέχισε να νιώθει την διαπεραστική ματιά του άλλου να προκαλεί την προσοχή του. Προσπάθησε να την αποφύγει χαμηλώνοντας το βλέμμα του και τότε ένιωσε έναν οξύ πόνο στο εσωτερικό των αυτιών του. Βόγκηξε αθόρυβα ανοίγοντας λίγο το στόμα του και τα κάλυψε με τις παλάμες του. Ο άντρας απέναντι του συνέχιζε να κοιτάζει ενώ το σαρδόνιο χαμόγελο του πλάτυνε κι άλλο. Τα χέρια του που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμεναν κρυμμένα στις τσέπες του ξεβαμμένου μπουφάν του φάνηκαν, σφιγμένα ακόμη σε γροθιές.

Ακούμπησε χαλαρά το αριστερό πάνω στο γόνατο του τεντώνοντας τα δάχτυλα σαν να ήθελε να τονίσει την ύπαρξη τους. Ο Ισίδωρος παρατήρησε έντρομος, πως στη θέση του δεξιού του χεριού υπήρχε μόνο ένα ληψό απομεινάρι. "Το θυμάσαι;", αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του μυαλού του η φωνή του άγνωστου άντρα που επανέλαβε με βασανιστική χαιρεκακία την ερώτηση του και μετά σιγοτραγούδησε:

 

Οι Καλιτσάγγαροι

Απ’ της Γης τη γέννα ερχόμαστε!

Λάου λάου συρτά,

Σιγανά και μουντά

Ολούθε, παντού χωνόμαστε», συμπλήρωσε με τη στοιχειωμένη φωνή του που τώρα είχε πάρει μια στριγκή χροιά.

 

Ο Ισίδωρος ένιωσε το λαιμό του να γεμίζει χολή και κατάπιε με δυσκολία νιώθοντας τον οισοφάγο του να καίγεται καθώς το υγρό κυλούσε πάλι προς το στομάχι του. Η αναπνοή του βάρυνε, οι παλάμες του ήταν υγρές και μ’ αυτές προσπάθησε να σκουπίσει το μέτωπο του συνειδητοποιώντας ότι κι αυτό ήταν μουσκεμένο από χοντρούς κόμπους ιδρώτα. Για μια στιγμή νόμισε πως θα χάσει τις αισθήσεις του. «Αισθάνεστε καλά;», ήχησε πάλι αυτή τη φορά μακρινή, σχεδόν απόκοσμη η φωνή της κοπέλας απέναντι του. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα άλλο εκτός από εκείνη την περίεργη παρουσία στο μυαλό του που ξεκλείδωνε μια παράξενη αίσθηση οικειότητας. Ξαφνικά σαν να απαντούσε σ' εκείνη την επίμονη ερώτηση του άγνωστου άντρα η μνήμη του ξύπνησε και τον οδήγησε αβέβαια σ’ ένα βροχερό δεκεμβριάτικο πρωϊνό, παραμονή Χριστουγέννων του 1991. Είναι περίεργο που από εκείνη την ημέρα θυμόταν πιο έντονα απ’ όλα, το άρωμα από το αποξηραμένο κλαδί του μαστιχόδεντρου, που θα καιγόταν στο τζάκι τα Χριστούγεννα και ήταν το πρώτο πράγμα που είχε αντικρίσει μόλις ξύπνησε εκείνο το πρωί. Γύρισε και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί αλλά τα τρανταχτά γέλια της γιαγιάς του της κυρά Μαρκέλλας έδιωξαν τη γλυκιά ζάλη του ύπνου μακριά. Συζητούσε με κάποια γειτόνισσα για την χθεσινή λειτουργία αλλά όχι για το μυστήριο αυτό καθεαυτό. Περισσότερο έδειχναν να την ενδιαφέρουν οι συνήθειες των συγχωριανών και τα νέα της κάθε οικογένειας. Άλλωστε ποτέ δεν τη θυμόταν να σχολιάζει αρνητικά τις προσπάθειες του παπά Λάμπρου, του ιερέα του χωριού να επαναφέρει στον δρόμο της αρετής τους πάντοτε παραστρατημένους χωριανούς. Αντιθέτως την θυμάται να παρακολουθεί σχεδόν εκστατικά με γουρλωμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη τη στιγμή που ο ευτραφής ιερωμένος εξαπέλυε πύρινα κηρύγματα συγκλονισμένος και ο ίδιος από την ένταση της πίστης του.

Ο αέρας στο δωμάτιο μύριζε παλιά έπιπλα, λάδι και ζεστασιά. Δίπλα στο κρεβάτι η παλιά ξυλόσομπα έμενε αχρησιμοποιήτη. Τις γιορτινές μέρες η γιαγιά προτιμούσε ν’ ανάβει την παλιά πέτρινη πυροστιά δίπλα από το μικρό δωμάτιο της κουζίνας. Κάθε χρόνο, μέχρι να φύγουν από τη Χίο και να μετακομίσουν μόνιμα στην Αθήνα, εκείνος και οι δικοί του ταξίδευαν τα Χριστούγεννα μέχρι το χωριό για να περάσουν τις γιορτές μαζί με τη γιαγιά, τη μητέρα του πατέρα του. Άκουσε το λάδι στο καντήλι να τσιτσιρίζει και ξαφνιάστηκε. Σηκώθηκε απρόθυμα και περπάτησε βαριεστημένα μέχρι την κουζίνα όπου συνήθως η γιαγιά του, του άφηνε τα πρωϊνά ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα. Είχε πάψει να του αρέσει από πρόπερσι που έκλεισε τα δώδεκα το ζεστό γάλα, η μυρωδιά τον αναγούλιαζε αλλά η κυρά Μαρκέλλα του έβαζε μέσα κανέλλα και μέλι για να κόβουν την οσμή. Το ήπιε ανόρεχτα, τσιμπολογώντας κι ένα κομμάτι κριθαροκουλούρα, ενώ την παρακολουθούσε από το στρογγυλό παραθυράκι της κουζίνας ν’ αποχαιρετά τη φλύαρη γειτόνισσα. Αναρωτήθηκε που να βρίσκονταν οι δικοί του και μετά θυμήθηκε πως πριν κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ μέσα στη θαλπωρή των ζεστών σκεπασμάτων, άκουσε τον πατέρα του να λέει στη μητέρα του πως έπρεπε να βγουν νωρίς για να δουν σε τι κατάσταση βρισκόταν το χωράφι με τα μαστιχόδεντρα. Ποτέ δεν του άρεσε η μαστίχα, είχε μια όξινη ιδιότροπη μυρωδιά που τον ζάλιζε, γι’ αυτό και τόσα χρόνια παρά τις παρακλήσεις του πατέρα του δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο χωράφι. Κοίταξε τα κάρβουνα που αργόσβηναν μέσα στη πέτρινη αγκαλιά που τα φυλάκιζε. Η πόρτα άνοιξε βιαστικά και η πληθωρική σιλουέτα της κυρά Μαρκέλλας παρουσιάστηκε δίπλα του βρεγμένη και αεικίνητη.

«Ξύπνησες σπαρτάρα (ψυχή)* μου;», τον ρώτησε κι ένα καλόκαρδο χαμόγελο αυλάκωσε τα ροδοκόκκινα, αφράτα μάγουλα της. «Μπράβο πιες το γάλα σου να γίνεις ακόμη ψηλότερος, αν και που να φτάσεις; Τον πατέρα σου τον πέρασες!», συμπλήρωσε με θαυμασμό. «Φύγανε από το πρωί οι δικοί σου. Θα πάνε στον Κάμπο να δουν λίγο τις πορτοκαλιές του παππούλη σου και μετά θα πάνε μέχρι την Καλλιμασιά για να μιλήσουν με τον έμπορο της μαστίχας, μήπως και του κλείσουν καμιά καλή τιμή. Έτσι όπως πάνε τα πράγματα καλλίτερα να τ’ αφήσουμε να μαραζώσουν τα δέντρα. Δε λέει να σταματήσει να ρίχνει νερά κι αυτός ο παλιόκαιρος. Αλίστον (αλίμονο σε)* πατέρας σου άμα τον πετύχουν τα χοντροβρόχια στον γυρισμό». Λέγοντας αυτά είχε σηκωθεί, παραμέρισε την λεπτοκεντημένη κουρτίνα του παραθύρου και κοίταζε το ουρανό με κατηγορηματικό ύφος. Ο Ισίδωρος, που είχε πάψει να την ακούει εδώ και ώρα, περιεργαζόταν βαριεστημένα μια λεπτή ρωγμή στον τοίχο και προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα έκανε όλη την υπόλοιπη μέρα αφού ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε περίπτωση η γιαγιά του να του επιτρέψει να βγει από το σπίτι. Ευτυχώς είχε μαζί του την κασέτα με το No prayer for the dying των Iron Maiden που του είχε φέρει ο μικρότερος αδερφός του πατέρα του, ο Τάκης τον οποίο κανείς στην οικογένεια δεν αποκαλούσε με το πραγματικό του όνομα. Όλοι τον ονόμαζαν «το χαμένο» ή «ο παλαβός» και χλεύαζαν σε κάθε αφορμή την ατιμέλητη εμφάνισή του και την μακρόχρονη επιμονή του να παραμένει άνεργος. Γέλασε γεμάτος ικανοποίηση από το γεγονός ότι επιτέλους θα μπορούσε ν’ ακούσει ολόκληρη την κασέτα με την ησυχία του χωρίς να φοβάται μήπως κάποιος απ’ τους δικούς του να εισβάλει μέσα στην ιδιωτική του στιγμιαία έκσταση, όπως συνέβαινε στο σπίτι. Σηκώθηκε γρήγορα ρίχνοντας πάνω στη βιασύνη του το φλιτζάνι με το γάλα. «Ωχ συγγνώμη ρε γιαγιά!» απολογήθηκε. Μα η κυρά Μαρκέλλα δεν έδωσε την παραμικρή σημασία καθώς ήταν απασχολημένη με το να προσπαθεί να ανασύρει μια μεγάλη χύτρα από το ντουλάπι που βρισκόταν κάτω από τον νεροχύτη. Πάνω από τον ώμο της παραταγμένοι στον πάγκο και σκεπασμένοι προσεκτικά σαν αρχαία κειμήλια, μοσχοβολούσαν οι πρώτοι κουρκουμπίνοι και από τα πυρωμένα σωθικά του φούρνου η μυρωδιά της πορτοκαλόπιτας τύλιγε κάθε γωνία του σπιτιού με ευχάριστες αναμνήσεις και γεννούσε την, αδικαιολόγητη πλέον κατά τη γνώμη του Ισίδωρου, λαχτάρα για οικογενειακή θαλπωρή. Μάζεψε το φλιτζάνι και το έβαλε στον νεροχύτη, φροντίζοντας να μετακινήσει και την επάργυρη φρουτιέρα από το κέντρο του τραπεζιού προς το σημείο του λεκέ για να τον καλύψει τουλάχιστον έτσι.

Μπαίνοντας στο σαλόνι έψαξε γύρω του ανυπόμονα για να εντοπίσει το μικρό κασετόφωνο που πριν από δυο χρόνια είχε φέρει ο πατέρας του από την Αθήνα και η γιαγιά ποτέ δεν κατάφερε να εκτιμήσει σαν δώρο. Ο Ισίδωρος χαμογέλασε πλατιά διαπιστώνοντας πως για ακόμη μια φορά η γιαγιά του είχε χρησιμοποιήσει τα σημεία που έμπαιναν οι κασέτες σαν αυτοσχέδιους κουμπαράδες γεμίζοντας τα κενά με κέρματα. Έβαλε προσεκτικά τα δάχτυλά του μέσα και τράβηξε ένα, ένα τα κέρματα προσέχοντας μήπως κάποιο σφηνώσει στις εγκοπές που γύριζαν τη μαγνητοταινία, ενώ παράλληλα θυμήθηκε εκείνη την ημέρα που εκείνος και οι γονείς του ήρθαν στο σπίτι και βρήκαν το κασετόφωνο καλυμμένο μ’ ένα παραδοσιακό, κεντητό τραπεζομάντηλο και τις κασετοθήκες γεμάτες λουλούδια από τις γλάστρες του κήπου. Γέλασε μόνος του δυνατά. Όταν τελικά κατάφερε να βγάλει και το τελευταίο κέρμα κι αφού αναποδογύρισε ολόκληρη τη συσκευή για τα βεβαιωθεί ότι κανένα δεν του είχε ξεφύγει, έψαξε γεμάτος ευχάριστη αγωνία στις τσέπες τις τσάντας του για να βρει στην μπροστινή αυτό που αναζητούσε. Το πλαστικό κάλυμμα με την σκελετωμένη φιγούρα και το κατακόκκινο λογότυπο, βολεύτηκε όμορφα μέσα στη χούφτα του κι εκείνος ανάσανε κοφτά. Έβαλε την κασέτα στο κασετόφωνο, πάτησε το play και…

«Ηγούυυυυ (πω πω!)*», ακούστηκε αγανακτισμένη η φωνή απ’ την κουζίνα και μετά από ένα δευτερόλεπτο κι αφού είχε πατήσει το κουμπί, ο Ισίδωρος συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει την οργισμένη αντίδραση της γιαγιά του. Δεν είχαν ρεύμα. Καταράστηκε τον καιρό που του στέρησε μια σίγουρη στιγμή μουσικής απόλαυσης και κοίταξε τον ουρανό από το ψηλό παράθυρο δίπλα του. Σαν απάντηση στις κατάρες του μια γιγαντιαία αστραπή έσκισε με βία το οπτικό του πεδίο και του θόλωσε για μια στιγμή την όραση.

«Τι μας έβρε μωρέ Ισίδωρε! Πάνε όλες οι ετοιμασίες χαμένες!», είπε η κυρά Μαρκέλλα κοιτώντας περίλυπη τον εγγονό της και το ύφος της δήλωνε άκρατη απελπισία. Εκείνος δεν μπόρεσε να μην γελάσει και πάλι. Στριμώχτηκε πάνω σ’ ένα ξύλινο σκαμπό και την παρακολουθούσε να στοιβάζει μερικά κούτσουρα στην πυροστιά ανάμεσα στα αποκαϊδια των προηγούμενων. «Η φωτιά πρέπει να μένει πάντα αναμένει αυτές τις μέρες, έτσι λέγανε οι παλιοί κι έτσι κάνω κι εγώ. Τη νύχτα πρέπει να καίει δυνατή γιατί αμα τη βρούνε σβηστεί οι καλιαντζαραίοι όχονους (αμέσως/ευθύς)* θα τρυπώσουνε και θα μας μαγαρίσουν το σπίτι κι όλα τα καλά μας!», είπε και κοίταξε το αγόρι με πονηρό βλέμμα. Ο Ισίδωρος πήρε μια βαθιά ανάσα και προετοιμάστηκε για την συνέχεια του λαογραφικού μονόλογου που του επεφύλασσε κάθε χρόνο η καλοκάγαθη γιαγιά του. Εκείνη νόμισε πως τον εντυπωσίαζε με αυτές τις αιωνόβιες πληροφορίες κι εκείνος δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση σ’ αυτήν την ανάγκη της. Ήξερε πως η γιαγιά του ένιωθε κάπως μειονεκτικά απέναντι στους γονείς του κι ακόμη περισσότερο απέναντι στον ίδιο γιατί απλά είχαν την ευκαιρία να τελειώσουν το σχολείο και ν’ αποκτήσουν μια ανώτερη μόρφωση. Ευτυχώς που η κυρά-Μαρκέλλα δεν γνώριζε τίποτα για τις απανωτές κοπάνες που έκανε ο εγγονός της. Παρέμενε βολεμένη μέσα στην περηφάνια που γεννούσε η άγνοια της για την καθημερινή αμφιβολία και την αχρείαστη πίεση που γεννούσε αυτή η νέα εποχή στη σκέψη των ανθρώπων. Ο Ισίδωρος την είδε να τραβά νευρικά μια μικρή, μαυρισμένη από την πολυκαιρία αλυσίδα που είχε κρεμασμένη πάντα στο λαιμό της. Η άκρες της κατέληγαν σ’ ένα παλιό φυλαχτό που η γιαγιά του είχε αγοράσει πριν δεκαετίες από μια καφετζού του χωριού, μια από εκείνες τις γυναίκες που έκαναν τα πάντα, από το να ξεγεννήσουν μια γυναίκα, μέχρι το να διαβάσουν το μέλλον του τόπου στα φτερά μιας ακρίδας, σκέφτηκε κοροϊδευτικά.  

«Μπαίνουν που λες βρουλίζοντας (ουρλιάζοντας)* και σκουρδουλιάζουν (καταβροχθίζουν)* τα φαγιά και βρωμίζουν τον τόπο οι καταχανάδες οι ξετσίπωτοι! Παλιά έφτιαχναν οι νοικοκυρές ειδικά γι’ αυτούς φαγητό για να μην μαγαρίζουν τα δικά μας τ’ ανθρωπινά μα καμιά φορά δεν τους έφταναν κι έτρωγαν κι έπιναν μέχρι που οι κοιλιές τους πρήζονταν σαν των τσιμπουριών. Τον καιρό της γιαγιάκας μου όταν ο κόσμος δεν είχε ούτε ραδιόφωνα, ούτε αυτούς τσου διαόλους που κοιτάτε όλη μέρα, οι άνθρωποι μαζεύονταν νωρίς, νωρίς στα κρεβάτια τους. Ε ήταν να μου πεις και ο κάματος. Δεν είναι εύκολο να δουλεύεις τη γη. Ε και άμα και μαζεύονταν στα κρεβάτια τους έπρεπε οι γυναίκες να είναι σίγουρες ότι αυτός που πλάγιαζε δίπλα ήταν ο άντρας τους με τη βούλα του παπά και όχι κανένας καταραμένος κωλοβελόνης», συμπλήρωσε απνευστί και τον κοίταξε με σίγουρο βλέμμα. Ο Ισίδωρος της το ανταπέδωσε με κάποια ειρωνεία και σπρωγμένος από αυτήν την αίσθηση τη ρώτησε: «Και τι έκαναν ρε γιαγιά οι γυναίκες τους έψαχναν τους άντρες τους; Ξέρεις…κάτω χαμηλά;…»

Η αντίδραση της γιαγιάς του σίγουρα δεν ήταν η αναμενόμενη. Αντί να θυμώσει και να του φωνάξει για πολλοστή φορά ότι ήταν ίδιος ο θείος του ο Τάκης, εκείνη τον κοίταξε αρχικά προσεκτικά και μετά σοβαρεύοντας ακόμη περισσότερο έσκυψε ποιο κοντά στο πρόσωπο του και του είπε: «Όι δεν τους έψαχναν μα τους ρωτούσαν για διάφορα σημάδια του κορμιού που μόνο ο άντρας ήξερε. Άμα καταλάβαιναν την απάτη οι τρισκατάρατοι γίνονταν καπνός. Καμιά φορά όμως μπορεί να της καλάρεσε της λεγάμενης γιατί βλέπεις λένε, ε να…μεγάλο παιδί είσαι τώρα θα στο πω…ότι τα φυσικά των καλικαντζάρων είναι μεγάλα σαν του γάιδαρου!», αναφώνησε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ο Ισίδωρος γέλασε βιαστικά και κοίταξε από το παράθυρο. Η νεροποντή συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση επιτείνοντας την απελπισία του για την επερχόμενη και αναπόφευκτη απογευματινή, πολύωρη βαρεμάρα. Έριξε μια ματιά τριγύρω στο σαλόνι και είδε πάνω σ’ ένα παλιό τραπέζι μια παλιά ξεχαρβαλωμένη εργαλειοθήκη. Το εξωτερικό της που κάποτε πρέπει να ήταν βαμμένο πορτοκαλί, τώρα είχε πάρει μια πρασινο-καφέ απόχρωση η οποία συνοδεύει συνήθως τα μεταλλικά αντικείμενα που δεν συντηρούνται. Υπέθεσε ότι θα πρέπει να άνηκε στον παππού, οπότε ήταν λογικό να βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση. Ο συνονόματος παππούς του είχε πεθάνει πριν από πέντε χρόνια, βυθίζοντας τον πατέρα του σε ένα πένθιμο ντελίριο από το οποίο τον βοήθησε να συνέλθει μόνο η παρουσία και η στοργή της μητέρας του Ισίδωρου. Εκείνη ήταν που τον βοήθησε να αποκτήσει ξανά την αίσθηση της ευθύνης που είχε απέναντι στην οικογένεια του. Όμως αυτή η διαδικασία εσωτερικής ανασυγκρότησης είχε αφήσει πάνω του αναλλοίωτα τα σημάδια της. Το σώμα του είχε γίνει αδύναμο και τα νεύρα του είχαν κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό που για μέρες δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε καν στα παιδιά του. Ευτυχώς η ιδέα της μητέρας του, για μια επίσκεψη στο χωριό έγινε δεκτή ένθερμα από όλους κι εκείνος πείστηκε να κάνει το μακρύ ταξίδι. Η επίδραση της άφιξης στην πατρογονική του γη είχε αρχίσει ήδη να το επηρεάζει θετικά. Η διάθεση του βελτιώθηκε και κάθε χρόνο τα πράγματα έδειχναν να αλλάζουν προς το καλλίτερο. 

Τέλος πρώτου μέρους