Δωδεκαήμερο μέρος 3ο

«Αν θες να με βοηθήσεις καθάρισε μου αυτά τα πορτοκάλια», είπε χαμογελώντας ενθαρρυντικά προς τον Ισίδωρο. Εκείνος σηκώθηκε κάπως απρόθυμα κι άρχισε να ξεφλουδίζει τα φρούτα κοιτώντας γύρω του. Το βλέμμα του στεκόταν σε κάθε γνώριμο σκεύος και σε κάθε επιμελώς καθαρισμένη γωνία του χώρου. Σκεφτόταν συνεχώς την ιστορία που είχε ακούσει πριν από λίγα λεπτά και το μυαλό του μετατρεπόταν σε μια εμπόλεμη ζώνη ανάμεσα στους εν ψυχρώ εξολοθρευτές της λογικής προσέγγισης των πραγμάτων και στους μυστηριώδεις ιππότες που τρέφει η ανάγκη για το ανεξήγητο. Τελικά μάλλον οι πρώτοι υπερίσχυσαν θριαμβευτικά κι εκείνος χαμογέλασε κάπως σαρκαστικά στη σκέψη ότι μάλλον και ο Βλάσσης έχριζε ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ένιωσε ένα τσούξιμο στο δείκτη του αριστερού του χεριού. Το πορτοκάλι που καθάριζε είχε γίνει κόκκινο από το αίμα του. Πέταξε το μαχαίρι στο τραπέζι και πιπίλισε το δάχτυλο του.

«Ώχου κόπηκες;!», αναφώνησε με υπερβολική ανησυχία η γιαγιά του παροτρύνοντας τον να πάει αμέσως στο μπάνιο για να πλυθεί.

Ο Ισίδωρος ακολούθησε τη συμβουλή της και καθώς περνούσε δίπλα από το μισοσβησμένο τζάκι, σήκωσε τη μασιά κι ανακάτεψε λίγο τα κάρβουνα. Με την κίνηση του λίγο από το αίμα που έσταζε από το δάχτυλο του, πετάχτηκε και τσιτσίρισε πάνω στα ζεστά ακόμη κάρβουνα. Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα από τα κοκκινόμαυρα κομμάτια του ξύλου ξεπήδησαν μερικές ζωηρές φλόγες. Ο Ισίδωρος έπλυνε το δάχτυλο του στη βρύση του μπάνιου και το τύλιξε μ’ ένα μικρό επίδεσμο.

Πήγε στο σαλόνι, κοίταξε μάλλον υποτιμητικά το κουτί με τα μισοκαθαρισμένα εργαλεία και είπε ψιθυριστά: «Πφφφ παλιατζούρες μωρέ…». Κοίταξε τριγύρω αναζητώντας με αγωνία κάποιον τρόπο για να περάσει την ώρα του. Χασμουρήθηκε και τέντωσε τα χέρια του προς τα πάνω. Σταμάτησε την κίνηση του στα μισά όταν κάτω από ένα κεντητό μαξιλαράκι είδε να προεξέχει σαν κεφάλι αναποφάσιστης σαύρας η γκρίζα άκρη μιας κονσόλας τέτρις.

«Τώρα μάλιστα!», αναφώνησε ενθουσιασμένος. Πρέπει να είχε ξεχάσει εκεί το παιχνίδι κάποιο από τα περασμένα καλοκαίρια. Πιθανότατα η γιαγιά του θα το είχε μπερδέψει με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και θα προσπάθησε μάλλον να το χρησιμοποιήσει κάποια από τις βραδινές ώρες όταν η όραση της δεν τη βοηθούσε ιδιαίτερα. Ο Ισίδωρος γέλασε σιγανά όταν φαντάστηκε τη γιαγιά του να πατάει με επιμονή τα κίτρινα κουμπιά μπροστά από την οθόνη της τηλεόρασης και τη τελική απογοήτευση της.

Βολεύτηκε μπρούμυτα στον καναπέ κι άρχισε να πατάει με μανία τα κουμπιά. Τα δάχτυλα του δούλευαν πυρετωδώς. Έβρισε ψιθυριστά όταν έχασε μια καλή ευκαιρία, δαγκώνοντας επίμονα μια παρανυχίδα. Μαύρα τετράγωνα σε μαύρα τετράγωνα…

Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει κι από το βάθος ακούστηκε παρακλητική η φωνή της γιαγιά του που τον καλούσε στο τραπέζι. Πέταξε βιαστικά το παιχνίδι πάνω στον καναπέ, μπήκε στην κουζίνα και βολεύτηκε μπροστά σ’ ένα γιορτινό σερβίτσιο. Η κυρά Μαρκέλλα γέμισε τα ποτήρια τους με μυρωδάτο κρασί έτεινε το δικό της προς το μέρος του και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στον αντίλαλο του κουδουνιστού ήχου της σύγκρουσης των δυο ποτηριών, το πιάτο του γέμισε με διαφόρων ειδών καλοψημένες λιχουδιές.

Το φαγητό ήταν πεντανόστιμο και άφησε στο στόμα του μια γεύση από αλεύρι και λάδι, ζυμωμένα μεταξύ τους από έμπειρα χέρια κι όταν πια ένιωσε το δέρμα γύρω από το στομάχι του να τεντώνεται, άφησε το πιρούνι του και κοίταξε τη γυναίκα δίπλα του. Τα μάγουλα της ήταν πιο κόκκινα απ’ ότι συνήθως και η άκρη της μύτης της είχε πάρει ένα ροδαλό χρώμα. Υπέθεσε πως για όλα έφταιγε το υποκίτρινο μοσχοβολιστό υγρό μέσα στο ποτήρι της. Ήξερε πως η γιαγιά του πρόδιδε τη θλίψη που ένιωθε για το θάνατο του άντρα της μόνο μέσω της αγάπης της για το κρασί. Λες και η μνήμη της ήταν κάποιο ξεραμένο φυτό που διψούσε για τις αναθυμιάσεις του ποτού.

Απομάκρυνε το ποτήρι από κοντά της και της είπε τρυφερά: «Γιαγιά ασ’ το αυτό! Πες μου καλύτερα για τους καλικάντζαρους. Πες μου για το πάθημα του Βλάσση!», την προέτρεψε.

«Α ναι…οι καλικάντζαροι, οι τζάντζαροι που μου έλεγε κι η γιαγιά μου, ένα τραγουδάκι…να δεις πως το έλεγε…οι καλικάντζαροι, οι καλιτσάνγκαροι…».

Όσο η γεμάτη αμφιβολία φωνή της γιαγιάς του εξερευνούσε την παλιά μελωδία ο Ισίδωρος ένιωσε πάλι τον αέρα γύρω του να πυκνώνει σαν κάποιος να είχε στραγγίξει το οξυγόνο. Η φωνή της γυναίκας δίπλα του βάρυνε θυμίζοντας μουσική από κάποιο βίντεο σε αργή κίνηση. Μπορούσε να δει κάθε λεπτομέρεια από τα φτερά μιας μικρής μύγας που πέταξε κι εκείνη αφύσικα αργά και προσγειώθηκε στο ποτήρι του. Μπορούσε ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του να επαναλαμβάνονται αυτή τη φορά σε γρήγορο ρυθμό καθώς το αίσθημα του φόβου επικρατούσε σιγά, σιγά στο μυαλό του.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα όλα επανήλθαν σε μια συνηθισμένη, γνώριμη πραγματικότητα. Μόνο η καρδιά του που συνέχιζε να χτυπά γρήγορα και ο λαιμός του που είχε ξεραθεί από την αγωνία, μαρτυρούσαν τι είχε συμβεί. Το ρολόι με το εκκρεμές στο τοίχο τους υπενθύμισε ενοχλητικά το πέρασμα του χρόνου. Μια βροντή συνόδευσε το τελευταίο του χτύπο. Δέκα η ώρα. Ο Ισίδωρος κοίταξε τη μισοκοιμισμένη φιγούρα δίπλα του, έδιωξε με μια κίνηση του χεριού του τη μύγα από το ποτήρι και είπε στοργικά: «Δεν πειράζει θα μου τα πεις αύριο κυρά Μαρκέλλα». Αντίκρισε το αφηρημένο, μισοζαλισμένο βλέμμα της, πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της και άπλωσε ένα από τα δικά της στους ώμους του για να μπορέσει να τη μεταφέρει μέχρι το κρεβάτι. Το γέρικο κορμί δεν αντιστάθηκε καθόλου σε αυτή του την κίνηση. Εξίσου αδιαμαρτύρητα αφέθηκε να ξαπλώσει κάτω από τη ζεστή κουβέρτα και τα μάτια της έκλεισαν ανυπόμονα για να συναντήσουν τα γλυκά βάθη του ύπνου. Ένα τρίξιμο τον έκανε να στρέψει αλλού το βλέμμα του. Η φωτιά στο τζάκι έσβηνε πάλι. Ένα μισοκαμμένο κούτσουρο αντιστεκόταν στα πύρινα χάδια της. Έσπρωξε μερικά πυρωμένα κάρβουνα προς το μέρος του και οι φλόγες το περικύκλωσαν με μεγαλύτερη ορμή. Μερικές σπίθες πετάχτηκαν σαν οργισμένες πυγολαμπίδες.

Σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του και κάθισε στο μικρό ράντζο που του χρησίμευε για κρεβάτι. Έριξε μια ματιά στο τραπέζι δίπλα του και στην παλιά εργαλειοθήκη. Πέρασε το χέρι του από πάνω της απαλά σαν να χάιδευε το μπράτσο του ιδιοκτήτη της. Δε νύσταζε ακόμη κι έτσι προσπάθησε να βρει κάτι για να τον κρατήσει απασχολημένο κι έτσι έψαξε πάλι για το τέτρις. Το πήρε και ξάπλωσε στο ράντζο. Σκεπάστηκε τελείως με τη κουβέρτα για να πνίξει τους ήχους του παιχνιδιού και ξεκίνησε πάλι τη μάχη προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάμνηση του φόβου του…μαύρα τετράγωνα σε μαύρα τετράγωνα…

……………………………………………………………………………………………………………………………………………....

Κρακ! Άνοιξε τα μάτια του. Κάτι κρύο και τετράγωνο σα δόντι του πίεζε το μάγουλο. Το κουμπί της κονσόλας. Ήταν ακόμη σκεπασμένος μέχρι πάνω με την κουβέρτα και είχε ιδρώσει. Ακούστηκε ένα σούρσιμο. Κράτησε την ανάσα του. «Γιαγιά…», έκανε να φωνάξει αλλά κρατήθηκε. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στους πνεύμονες του και προσπάθησε ν’ ανασάνει αλλά το μετάνιωσε αμέσως μετά. Ο αέρας είχε μια φριχτή μυρωδιά σήψης και ήταν τόσο πυκνός που μετά βίας τον ένιωθε να διαπερνά τα ρουθούνια του.

Mε τ’ ακροδαχτυλά του ανασήκωσε ελαφρά την άκρη από τα σκεπάσματα και κοίταξε από κάτω. Στην αρχή δεν έβλεπε τίποτα, η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει εδώ και ώρα και τα κάρβουνα έτριζαν θλιβερά όπως τα φυσούσε ο κρύος αέρας που έμπαινε από την καμινάδα. Μόλις τα μάτια του συνήθισαν στο μισόφωτο, μπόρεσε να διακρίνει το περίγραμμα μιας σιλουέτας που στεκόταν ακριβώς από πάνω του. Άκουσε ένα ρόγχο, σαν απάντηση στον οποίο ακούστηκαν κι άλλοι παρόμοιοι πνιχτοί ήχοι από διάφορες μεριές, τριξίματα, ένα πιάτο που έσπασε στην κουζίνα, ο υγρός απόηχος από ένα λαρύγγι που κατάπινε λαίμαργα. Κλέφτες, ήταν η πρώτη σκέψη του Ισίδωρου. Ο ρόγχος ακούστηκε και πάλι, αυτή τη φορά ακόμη πιο κοντά στο σημείο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος και μέσα σε αυτόν  μπόρεσε να διακρίνει και κάποιες λέξεις: «Γκκκ γκκκ σκουρδούλιασες (έφαγες)* γαβρή; Υ’ τυχώς που πέθαν’ η καρβουνοσιά γκκκ γκκκ κουμούνται καλά α;».

Θέλοντας να δει σε ποιον άνηκε η φωνή που άκουγε, ο Ισίδωρος προσπάθησε να πάρει άλλη μια ανάσα κι έβγαλε όλο του το κεφάλι έξω από την κουβέρτα. Για κάποιον παράξενο λόγο το πρώτο πράγμα που πρόσεξε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, ήταν το λευκό περίγραμμα του ρολογιού που κρεμόταν στον τοίχο απέναντι του. Μισόκλεισε τα μάτια. Δώδεκα και τέταρτο. Ένας κεραυνός έπεσε, το δωμάτιο φωτίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από τρόμο.  Δεν ήταν δυο οι μυστηριώδεις εισβολείς, όπως είχε νομίσει αρχικά αλλά έξι. Περπατούσαν στα δυο πόδια αλλά τίποτε άλλο πάνω τους δεν θύμιζε ανθρώπινο πλάσμα. Κίτρινο, γυαλιστερό δέρμα, καλυμμένο σε όλη του την επιφάνεια από κατάμαυρες σκληρές τρίχες, μακριά, βρώμικα νύχια, δόντια σάπια και κοφτερά που προεξείχαν φριχτά από το παραμορφωμένο στόμα τους. Μάτια κόκκινα σαν ξεραμένο αίμα.

«Τώρα θα ξυπνήσω, δεν είναι τίποτα», σκέφτηκε με φρίκη κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια του. Όταν τα ξανάνοιξε διαπίστωσε πως στον αέρα πλανιόταν ακόμη εκείνη η φριχτή αποφορά, η αναπνοή του ήταν αργή και ακανόνιστη όπως και πριν και μπορούσε ν’ ακούσει ακόμη τα μουγκρητά και τους θορύβους από τον εφιάλτη στον οποίο νόμιζε ότι είχε βουλιάξει. Με το δείχτη και τον αντίχειρα των χεριών του άνοιξε με δύναμη τα βλέφαρα του και περίμενε. Δεν έγινε τίποτα και πάλι, η μυρωδιά, οι ήχοι, όλα τον περιτριγύριζαν ολοζώντανα και τρομακτικά σαν να ξετυλιγόταν μπροστά του το διεστραμμένο σενάριο κάποιας κακόγουστης ταινίας τρόμου. Μια σταγόνα ιδρώτα κύλισε μέσα στο μάτι του κι ο αέρας σαν πηχτός ζωμός κύλησε με βία μέχρι τους πνεύμονες του χωρίς να τους ανακουφίσει. Άκουσε, σαν κάποιος να τον είχε κολλήσει δίπλα στο αυτί του, το λεπτοδείκτη του λευκού ρολογιού να κινείται βασανιστικά αργά. Στο μισοσκόταδο, του φάνηκε πως είδε κάτι να γυαλίζει αμυδρά, απέναντι του και μέσα στη σύγχυση του προσπάθησε να ξεχωρίσει αυτό που έβλεπε. Το τραπέζι και πάνω του…η εργαλειοθήκη. Η μυτερή άκρης της έφεγγε αχνά σαν ετοιμοθάνατο σπίρτο.

Κινήθηκε βιαστικά κάτω από την κουβέρτα. Οι σκληρές ίνες της κολλούσαν πάνω στο ιδρωμένο του δέρμα καθώς προσπαθούσε να συρθεί μέχρι την άκρη της, σα να σερνόταν προς την έξοδο ενός απελπιστικά μακριού τούνελ. Το κατσαβίδι, ήταν η μόνη σκέψη του, το κατσαβίδι στην πίσω δεξιά πλευρά του κουτιού. Βρέθηκε κάτω από το τραπέζι και τέντωσε το χέρι του προς τα πάνω, ψηλαφώντας την άκρη του, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε έντρομος το αμυδρό περίγραμμα, των βρωμερών σωμάτων των καλικαντζάρων προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις κινήσεις τους.

«Μα που είναι επιτέλους;», αναρωτήθηκε γεμάτος αγωνία, όταν ξαφνικά το χέρι του πέρασε πάνω από τη δροσερή επιφάνεια του μετάλλου. Οι σκιές κινήθηκαν προς το μέρος του κι εκείνος πάγωσε. Μετά τις είδε να συγκεντρώνονται μπροστά από την πόρτα του δωματίου της γιαγιά του και να οπισθοχωρούν σχεδόν με τρόμο.

«Γχχχχ τση μαμής τα ξόρκια!», ξεφώνισε κάποιος αναμεσά τους. «Άντε ‘ξω και βρείτε μ’ λιγιά (μακρύ ξύλο)* να το ρίξουμε ‘ξω ‘πο τη πορτοσιά!»

«Το φυλαχτό λειτουργεί» αναθάρρησε   όταν θυμήθηκε πως η γιαγιά του ακουμπούσε πάντα το φυλαχτό της δίπλα στο μαξιλάρι της. Προσπαθούσε ακόμη να εντοπίσει μέσα στη θήκη το κατσαβίδι όταν το φως άλλης μια αστραπής έλουσε το χώρο κι ο Ισίδωρος τον είδε! Εκεί στεκόταν κι αυτός κι έψαχνε γύρω για κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να ξεφορτωθεί το  φυλαχτό. Πάνω στο λιγδερό, κιτρινιάρικο δέρμα του ξεχώριζαν οι χοντροραμένες, μαύρες κλωστές που συγκρατούσαν το χέρι του πάνω στο υπόλοιπο μπράτσο του. Τα μάτια του γούρλωσαν! «Το χέρι που κρεμόταν από μια πέτσα…», σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. Δόντια κροτάλισαν. Σαν μέσα σε όνειρο ένιωσε το σώμα του να τον υπακούει διστακτικά και να κουβαριάζεται κάτω από το τραπέζι. Έπρεπε να καταβάλει τρομερή προσπάθεια, ακόμη και για την παραμικρή κίνηση. Οι μύες του πονούσαν σαν να είχε βουτήξει σε παγωμένο νερό. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του και τέντωσε πάλι τι χέρι του προς τα πάνω γεμάτος απελπισία. Ένα από τα πλάσματα γύρισε και μύρισε τον αέρα. Άφησε ένα ρόγχο προτού ξαναστρέψει το κεφάλι του. Ευτυχώς, σκέφτηκε ο Ισίδωρος, προς το παρόν τα απασχολούσε τόσο πολύ το να καταστρέψουν και να λερώσουν οτιδήποτε έβλεπαν μπροστά τους. Ένας από τους καλικάντζαρους πλησίασε το τζάκι που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο τραπέζι κάτω από το οποίο κρυβόταν. Αφού χώθηκε μέσα, κάθισε στις φτέρνες του και μ’ ένα βλέμμα άφατης ανακούφισης άρχισε να χέζει. Ένιωσε το στομάχι του να συσπάται άγρια και κοίταζε αηδιασμένος καθώς ο καλικάντζαρος σηκώθηκε και τράβηξε με βία το τραπεζομάντηλο. Ο Ισίδωρος άκουσε το θρόισμα του υφάσματος καθώς αυτό γλιστρούσε από το ξύλο και μετά, σαν από το βάθος κάποιας σπηλιάς, το σκληρό ήχο από το μέταλλο που χτύπησε στο πάτωμα.

Μπροστά του είδε σκορπισμένο το περιεχόμενο της εργαλειοθήκης. Δίπλα στο πόδι του ήταν η σκουριασμένη λάμα ενός μικρού πριονιού και από κάτω της προεξείχε η κίτρινη λαβή από το μεγάλο κατσαβίδι! Το σήκωσε και το κράτησε σφιχτά μέσα στα πονεμένα του δάχτυλα, παρατηρώντας με φρίκη τον καλικάντζαρο να σκουπίζεται με το τραπεζομάντηλο κι έπειτα να το πετά προς το μέρος του κι ένιωσε το μισοχωνεμένο βραδινό του να ταξιδεύει γρήγορα μέχρι το οισοφάγο του. Έσκυψε μπροστά για να κάνει εμετό, όμως την ίδια στιγμή κάποιο από τα πλάσματα στάθηκε ακίνητο ακριβώς μπροστά από το τραπέζι κι Ο Ισίδωρος μπορούσε να δει σχεδόν πεντακάθαρα τις καλυμμένες με μαύρη τρίχα, παραμορφωμένες γάμπες του και λίγο πιο πάνω στο ύψος του γοφού του, ένα χέρι ραμμένο με μαύρη κλωστή!

Κάποιοι από τους καλικάντζαρους που είχαν βγει έξω, επέστρεψαν κρατώντας θριαμβευτικά το κοντάρι μιας σφουγγαρίστρας. Στάθηκαν μπροστά στην πόρτα του δωματίου της γιαγιά του και το κράτησαν οριζόντια, τεντώνοντας τα χέρια τους προς τη μεριά που βρισκόταν το κομοδίνο. Το πλάσμα μπροστά από το τραπέζι μύρισε τον αέρα κι έπειτα παρατήρησε τα σκορπισμένα στο πάτωμα εργαλεία. Έσκυψε και άπλωσε το χέρι του για να πιάσει τη λάμα από το πριόνι, μα αντί αυτού τα κοκαλιάρικα δάχτυλα του τυλίχτηκαν γύρω από το γυμνό αστράγαλο του Ισίδωρου. Τα μακριά, σπασμένα νύχια του έτριξαν. Ο Ισίδωρος έκανε να ουρλιάξει μα έπειτα, συγκεντρώνοντας όλη του τη δύναμη, έμπηξε με φόρα το κατσαβίδι στο σημείο όπου το χέρι του καλικάντζαρου ενωνόταν με το μπράτσο του, προσπαθώντας να σπάσει τις κλωστές που το συγκρατούσαν στη θέση του. Το πλάσμα άφησε μια διαπεραστική κραυγή και προσπάθησε να το τραβήξει αλλά μια από τις κλωστές που είχαν κοπεί, είχε μπλεχτεί σε μια σκλήθρα στο πόδι του τραπεζιού. Ο Ισίδωρος χτύπησε με το κατσαβίδι, ξανά και ξανά και ξανά. Το απαίσιο χέρι κρεμόταν τώρα μόνο από ένα κομμάτι δέρμα, ενώ το δικό του χέρι ήταν λερωμένο μέχρι τον αγκώνα από ένα πυώδες, δύσοσμο υγρό.

Ακούγοντας την κραυγή του συντρόφου τους οι υπόλοιποι καλικάντζαροι παράτησαν γρήγορα αυτό που έκαναν και συγκεντρώθηκαν οργισμένοι βγάζοντας άναρθρες κραυγές οργής. Τον τράβηξαν άγρια από τα πόδια κι ένιωσε την πλάτη του να γρατσουνίζεται στις παλιές σανίδες. Κρατούσε ακόμη το κατσαβίδι. Ο καλικάντζαρος με το κομμένο χέρι είχε πέσει δίπλα του γεμίζοντας το πάτωμα με το ίδιο φαιοκίτρινο υγρό που κάλυπτε και το δικό του χέρι. Τον περικύκλωσαν στριγγλίζοντας κατάρες και χτυπώντας τον με τα γυμνά, βρώμικα πόδια τους. Κάποιος προσπάθησε να του πάρει το κατσαβίδι. Θέλησε να φωνάξει «όχι», μα το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν ένα ξεψυχισμένο «οοο», λες και τα υπόλοιπα δυο γράμματα πνίγηκαν στο λαρύγγι του.

Ο τραυματισμένος καλικάντζαρος είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του και στεκόταν τώρα πάνω από το κεφάλι του, κρατώντας το χτυπημένο του χέρι και τρέμοντας από οργή και πόνο. Ανάμεσα από τα βρωμερά κορμιά των καλικάντζαρων είδε φευγαλέα το παραδομένο στον ύπνο, γαλήνιο πρόσωπο της γιαγιάς του.

Τέλος 3ου μέρους