Η σπηλιά (μέρος 1ο)

H σπηλιά

Αθήνα, συνοικία Αναφιώτικα, 1969

Κατέβασε το φλυτζάνι προσεκτικά ακουμπώντας το ανάποδα στο πιατάκι από λευκή πορσελάνη. Έκανε από πάνω του το σημείο του σταυρού, διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας τρεις φορές τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού κι έριξε μια βιαστική ματιά όλο περιέργεια στη νεαρή γυναίκα που καθόταν δίπλα της. Προσπαθούσε να διαβάσει στα χαρακτηριστικά της, που τώρα είχαν σκληρύνει, τον αντίκτυπο των όσων της είχε φανερώσει πριν από λίγο. Το βλέμμα της στάθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου πάνω στον ξεραμένο, καφετί λεκέ που αλλοίωνε την κρεμ ομοιομορφία του κεντητού τραπεζομάντηλου που κάλυπτε το τραπέζι μπροστά της. Τα χείλη της σφίχτηκαν αμυδρά σε ένα ξέσπασμα συγκρατημένης αγανάκτησης. Κοίταξε πάλι τη νεαρή γυναίκα, αυτή τη φορά πιο προσεκτικά, για να διαπιστώσει ότι μόνο το αφύσικα χλωμό δέρμα του προσώπου της και η λεπτή κόκκινη γραμμή των σφιγμένων χειλιών της φανέρωναν μια κάποια ανησυχία.

 

Άπλωσε το χέρι της αμήχανα για να την αγγίξει απαλά στον ώμο όμως εκείνη πετάχτηκε σαν να είχε νιώσει το ίδιο το άγγιγμα της μοίρας.

-Ευχαριστώ πολύ, ψέλλισε, με συγχωρείτε που έχυσα τον καφέ. Θα σας πληρώσω το καθαριστήριο, έσπευσε ν’ απολογηθεί.

-Δεν χρειάζεται, είπε η μεγαλύτερη γυναίκα. Θα μου δώσετε μόνο το συνηθισμένο, συμπλήρωσε κι έσπρωξε απαλά στην πλάτη τη γυναίκα για να την οδηγήσει ως την πόρτα.

Εκείνη βγήκε κοιτάζοντας γύρω της καχύποπτα κι αφού βεβαιώθηκε ότι καμία αδιάκριτη ματιά δεν γινόταν μάρτυρας της σύντομης συνομιλίας τους, γύρισε και πάλι προς τη μεγαλύτερη γυναίκα, η οποία την κοιτούσε με απροσδιόριστο βλέμμα, ακουμπώντας χαλαρά τον αριστερό της ώμο στον παραστάτη της πόρτας. Κάτω από τη μασχάλη της ξεχώριζε η κορυφή μιας πατερίτσας.

-Ορίστε η αμοιβή σας και κάτι επιπλέον για τη ζημιά που έκανα, είπε βιαστικά ενώ έτεινε προς το μέρος της γυναίκας δυο χαρτονομίσματα των πενήντα δραχμών. Τα καλογυαλισμένα νύχια της αντανακλούσαν το αχνό φως από τη λάμπα της εισόδου.

-Σας είπα πως δεν χρειάζεται, απάντησε σε σκληρό τόνο η μεγαλύτερη γυναίκα ενώ το βλέμμα της έγινε πιο αυστηρό.

-Όπως νομίζετε, ορίστε τα πενήντα λοιπόν, αποκρίθηκε η γυναίκα με το λευκό μαντήλι κι όταν το γέρικο χέρι τράβηξε το χαρτονόμισμα μέσα από τα όμορφα δάχτυλα της, έκανε μεταβολή και κατηφόρισε προσεκτικά το στενό, ασβεστωμένο δρομάκι.

Η μεγαλύτερη γυναίκα στάθηκε για λίγο στο κατώφλι και χαμογέλασε αμυδρά, παρακολουθώντας την κομψά ντυμένη σιλουέτα να προχωρά προσεκτικά ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια, αγγίζοντας πότε πότε απαλά κάποιον τοίχο για να στηριχτεί καλύτερα όταν τα ψηλά της τακούνια την εμπόδιζαν να ισορροπήσει.

Έπειτα κοίταξε τον ουρανό, όπου διέκρινε την πρώτη δειλή εμφάνιση της Αφροδίτης με φόντο το χλωμό επισκεπτήριο του φθινοπωρινού σούρουπου και μετά το βλέμμα της γλίστρησε προς το κουδούνι με το στρογγυλό κουμπί που βρισκόταν τοποθετημένο πλάι στην πόρτα. Στο χαρτάκι που βρισκόταν μέσα στο πλαστικό του πλαίσιο, διάβασε τα ονόματα: Κωνσταντίνος Μαργέτης-τεχνίτης, Μηλίτσα Μαργέτη-χαρτομαντεία, καφεμαντεία. Πέρασε από πάνω το χέρι της με τρυφερότητα. Έπειτα το τράβηξε απότομα, κοίταξε γύρω της, μπήκε μέσα κι έκλεισε βιαστικά την πόρτα.

Στάθηκε για μερικές στιγμές αναποφάσιστη χωρίς να είναι σίγουρη για το ποια θα έπρεπε να είναι η επόμενη κίνηση της. Χάιδεψε μηχανικά με το χέρι της, το σημείο απ’ όπου κάποτε ξεκινούσε το αριστερό της πόδι, ψηλαφίζοντας ανήσυχη την καλυμμένη με γάζες τομή.

-Απόψε πρέπει να το βρω, μονολόγησε, συμπληρώνεται ο τρίτος χρόνος που έφυγε ο Κώστας. Μου είπαν πως θα με περιμένουν.  

Πήγε στο τραπέζι και τράβηξε με μανία το λερωμένο τραπεζομάντηλο. Έπειτα με μια βιαστική κίνηση το πέταξε στον μεταλλικό κάδο όπου μάζευε τα σκουπίδια του σπιτιού. Το κοίταξε μια στιγμή και σαν να απολογούταν στον εαυτό της αλλά και στον κάδο είπε:

-Δεν έχω χρόνο σήμερα, δεν έχω χρόνο…

Πήγε στο υπνοδωμάτιο και τράβηξε το πρώτο συρτάρι από το σκαλιστό ξύλινο κομοδίνο που βρισκόταν πλάι στο κρεβάτι. Το αναποδογύρισε πάνω στα σεντόνια και κοίταξε τον πολύχρωμο λόφο από αναμνήσεις. Τα δάχτυλα της ψηλάφησαν αβέβαια το σωρό μέχρι που ανέσυραν από αυτόν ένα μεταλλικό κουτί. Όταν το άνοιξε βρήκε στο εσωτερικό του μια χοντρή δεσμίδα χαρτονομίσματα. Τα έβγαλε προσεκτικά κι αφού πρόσθεσε σε αυτά κι εκείνο της σημερινής της αμοιβής τα δίπλωσε και τα έβαλε σ’ ένα μικρό λευκό φακελάκι. Επέστρεψε στο σαλόνι κι εκεί πάνω στο τραπέζι μέσα σ’ ένα κοντό ποτήρι βρήκε ένα μισοφαγωμένο μολύβι. Το άρπαξε βιαστικά, έβγαλε από την τσέπη της το φάκελο και έγραψε στην πίσω του όψη: Προς κύριον Δημήτριον Μαργέτη

Έκρυψε βιαστικά το φάκελο μέσα στην τσέπη του φορέματος της. Από την ίδια τσέπη ανέσυρε κι ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτί το οποίο είχε διπλώσει και ξεδιπλώσει τόσες πολλές φορές ώστε οι φράσεις που ήταν τυπωμένες πάνω στα τσακίσματα μόλις που διακρίνονταν. Έμοιαζε λες και η αυστηρή γραμματοσειρά της γραφομηχανής, ήταν το καταλληλότερο μέσο για να μεταφέρει εκείνη τη δυσοίωνη εντολή. Το πυρετώδες βλέμμα της αναζητούσε μέσα στις ομοιόμορφες παραγράφους του εγγράφου τις λέξεις και τους αριθμούς που θ’ αποδεικνύονταν οι έμμεσοι σύμμαχοι στην πραγματοποίηση του σχεδίου της:

«Γραφείον Λαϊκής Στέγης…αναγκαστική απαλλοτρίωση…απομάκρυνση έναντι αποζημιώσεως…κατεδάφιση του παρόντος οικήματος…τελευταία ειδοποίησις...καταληκτική ημερομηνία και ώρα κατεδάφισης: η ενάτη πρωϊνή της 6ης Οκτωβρίου του έτους 1969».

«Σε λίγες ώρες θα είναι εδώ, θα πρέπει να βιαστώ», αναφώνησε δυνατά και μπήκε βιαστικά στην κουζίνα. Άνοιξε τα ντουλάπια και άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στις κατσαρόλες και τα γυάλινα ποτήρια. Ψηλάφησε τα ξύλινα χωρίσματα των ντουλαπιών κι έπειτα άρχισε να τραβάει δυνατά τις άκρες του ξύλου προσπαθώντας να τα ξεκολλήσει ένα, ένα. Σκούπισε με την παλάμη τις μερικές σταγόνες ιδρώτα που έτρεχαν στο μέτωπο της κι έπειτα σκούπισε την παλάμη στο φόρεμα της. Μικρά κόκκινα στίγματα λέρωσαν το γαλάζιο βαμβακερό ύφασμα κι όταν κοίταξε απορημένη το χέρι της είδε ότι τα δάχτυλα της ήταν γεμάτα από μικροσκοπικές σκλήθρες. Ξεφύσησε αγανακτισμένη την ίδια ώρα που ο ήχος του τηλεφώνου διέκοπτε την απελπισμένη ροή της σκέψης της. Εκείνη έτρεξε βιαστικά να το σηκώσει και χαμογέλασε πλατιά ακούγοντας από την άλλη πλευρά του ακουστικού τη φωνή του γιού της.

-Έλα Δημήτρη μου! Ναι, ναι αυτό κάνω. Μαζεύω τα πράγματα, δεν θα τα πάρω όλα μην ανησυχείς…Δεν θα μου χρειαστούν άλλωστε στο διαμέρισμα…Ε ναι θα μου λείψει το σπιτάκι…τι να κάνουμε, θα συνηθίσω…Όχι δεν χρειάζεται να έρθεις να με βοηθήσεις, μην αφήνεις τη δουλειά σου…Έχει έρθει η κυρία Κατερίνα από δίπλα για να με βοηθήσει…ναι θα της δώσω και τις γλάστρες που δεν μπορώ να πάρω μαζί μου…ναι μου το είπες θα είναι μικρό το μπαλκόνι…όχι δεν είναι πολλά ακόμη σε δυο ωρίτσες θα τελειώσουμε…καλύτερα να μην περάσεις από δω αγόρι μου γιατί θα κοιμηθώ νωρίς…ναι το θυμάμαι, στις έξι θα είσαι εδώ...θα είμαι έτοιμη…καληνύχτα παιδί μου…

Ένας προσεκτικός ακροατής θα διέκρινε στη φωνή της, καθώς ψέλλιζε την τελευταία φράση ένα ελαφρό τρεμούλιασμα που το προκάλεσε η προσπάθεια της να συγκρατήσει τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της. Τα σκούπισε με το μπράτσο της και μετά κοίταξε γύρω της αποφασιστικά.

«Κάποτε θα μπορούσα να το βρω κοιτώντας απλά μέσα σ’ ένα ποτήρι με νερό. Τώρα το νερό δεν αναγνωρίζει καθόλου τη δύναμη μου πάνω του. Έπαψε να μ’ εμπιστεύεται, με λησμόνησε και μου στέρησε το μόνο δεσμό που μου είχε απομείνει με τον κόσμο των δικών μου…δεν έχω πια δυνάμεις…δεν έχω τίποτα…», σκέφτηκε θλιμμένα. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στα γόνατα της, παραδομένη σε μια αναπόφευκτη κουραστική απελπισία που πριν από δεκαετίες της ήταν άγνωστη. Τότε ήξερε μόνο τον ήχο του νερού, που της ψιθύριζε προσεκτικά τα μυστικά του κόσμου γιατί δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί την αλήθεια τους. Ο πατέρας-κέδρος ήταν εκεί και άκουγε κι εκείνος. Ακίνητος και σκεπτικός. Αιώνιος σαν το φιλί των άστρων που ακουμπούσε απαλά το πρόσωπο της κάθε βράδυ. Ο πατέρας-κέδρος με το δροσερό του ξυλένιο δέρμα που γινόταν καταφύγιο για τόσες ζωές. Χιλιάδες οι μικροσκοπικοί προσκυνητές και οι ζητιάνοι που αναζητούσαν λίγη θαλπωρή μέσα στις χαράδρες του τρυφερού φλοιού. Της άρεσε να τους παρατηρεί και να αντιλαμβάνεται ότι όλα τα στοιχεία της ζωής από το πιο ευχάριστο μέχρι το πιο δυσάρεστο έβρισκαν σκηνικό για να εκφραστούν μέσα σε εκείνα τα ραβδωτά κενά που διαπερνούσαν τον κορμό του δέντρου. Όταν αργότερα κάποιος της έμαθε τι σημαίνει η λέξη εγκυκλοπαίδεια εκείνη γέλασε και του είπε «ναι ξέρω», δείχνοντας του ένα δέντρο. Ο άλλος την κοίταξε με απορία, αλλά το θεώρησε περιττό να του εξηγήσει τι εννοούσε αφού δεν το είχε ήδη καταλάβει.