Βραχωρίτικοι Θρύλοι-Το ζουμί του λεμονιού

Ένα απόγευμα, ενώ έψαχνε για κάποιο μαγοβότανο την πλησίασε ένας μικροκαμωμένος ανθρωπάκος που ήταν ντυμένος με ρούχα κάποιας άλλης εποχής και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Πήγαν λοιπόν σ’ εκείνη την τοποθεσία που τότε, στ’ αρχαία χρόνια ήταν γνωστή σαν Νεραιδογέννημα και της έδειξε μια μικρή καλύβα που στεκόταν μέσα στην τεράστια κουφάλα ενός αιωνόβιου πλατάνου. Η μάγισσα μπήκε στο σπιτάκι και είδε μπροστά της ένα τεράστιο δωμάτιο γεμάτο από σκαλιστά, ακριβά έπιπλα, μεγάλα τοξοειδή παράθυρα με αραχνούφαντες κουρτίνες και ένα πελώριο κρεβάτι με ουρανό όπου ήταν ζωγραφισμένες οι φάσεις της σελήνης και οι αστερισμοί. Πάνω στο κρεβάτι, μέσα στα πουπουλένιο σκεπάσματα βρισκόταν μια επίσης μικροσκοπική γυναίκα που φαίνεται πως υπέφερε από τους πόνους της γέννας. Η κοιλιά της είχε το μέγεθος μεγάλου πορτοκαλιού κι όταν η μάγισσα την άγγιξε, εκείνη ταράχτηκε και το μωρό μέσα της άρχισε να κλωτσάει χαρούμενο. Κοντά στα μεσάνυχτα, όταν ένα ολόγιομο φεγγάρι έριχνε τις ασημένιες του ακτίνες στα νερά της λίμνης, η γυναίκα γέννησε ένα κορίτσι, μικρό όσο το αυγό μιας χήνας. Είχε μάτια μεγάλα και πράσινα σαν τα πρώτα φύλλα του Απρίλη και μαλλιά σταχτιά σαν το σούρουπο. Μα η κακομοίρα η μάνα του δεν κατάφερε να ζήσει μετά τη γέννα, παρά τα γιατρικά και τα ξόρκια της μάγισσας. Έτσι ο πατέρας του αναγκάστηκε να αναθέσει σ’ εκείνη τη φροντίδα του, προειδοποιώντας τη πως το παιδί του δεν θα έπρεπε ποτέ να πιει το ζουμί του λεμονιού.

Η μάγισσα ανέθρεψε το παιδί σαν δικό της και του έμαθε να μιλά με τα ζώα, να τραγουδά στα άστρα και να γνέθει υπέροχα υφαντά με πευκοβελόνες και ηλιόφως. Αλίμονο όμως! Ένα δειλινό που το μικρό κορίτσι γύριζε σπίτι του, έτυχε να περάσει από ένα περιβόλι με λεμονιές. Είδε τα κατακίτρινα φρούτα και τα ορέχτηκε. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα δέντρο κι έκοψε ένα λεμόνι μα δεν είχε τρόπο να το φάει. Έτσι έβαλε το φρούτο στην τσέπη της και το ξέχασε εκεί. Το επόμενο πρωί, η μάγισσα έφυγε για την αγορά και το κορίτσι σηκώθηκε νωρίς για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να μαγειρέψει. Βάλθηκε λοιπόν να φορτώνει το φούρνο με ξύλα και να τρίβει μεταξύ τους δύο τσακμακόπετρες για να ανάψει φωτιά. Μα από την πολλή προσπάθεια ίδρωσε και δίψασε. Πήγε μέχρι τη λίμνη για να τραβήξει νερό και ξάφνου θυμήθηκε το λεμόνι που είχε στη τσέπη της. «Θα το πιω κι αυτό!», μονολόγησε. Μπήκε στο σπίτι και βρήκε το μαχαίρι που φύλαγε η μάγισσα για να κόβει τα βοτάνια της. Έβγαλε το λεμόνι από την τσέπη της και προσπάθησε να το κόψει, όταν ακούστηκαν γαβγίσματα κι εκείνη κοίταξε από το παράθυρο και είδε πως η μάγισσα είχε κιόλας επιστρέψει. Όταν η γυναίκα μπήκε στο σπίτι και είδε το λεμόνι, έγινε έξω φρενών. Το πήρε λοιπόν και το έκρυψε για ένα φεγγάρι μέσα στο πουγκί με τα κοκαλάκια της νυχτερίδας που χρησιμοποιούσε για να φτιάχνει τα φίλτρα της αγάπης.

Από εκείνη τη μέρα το κορίτσι πείσμωσε και το έβαλε σκοπό της να βρει το κιτρινωπό φρούτο. Ένα μεσημέρι που η μάγισσα κοιμόταν βαριά από το φαγητό, εκείνη έψαξε προσεκτικά κάτω από τις φούστες της και βρήκε το πουγκί με το λεμόνι. Με τον καιρό το φρούτο είχε ζαρώσει και μαραθεί κι όταν το έκοψε είδε πως το μέσα του είχε γίνει σαν πολυκαιρισμένο δέρμα. Ζούληξε τα δύο του μισά κι από το καθένα τους βγήκε μια και μοναδική σταγόνα. Το κορίτσι μάζεψε τις σταγόνες με το δάχτυλο της και τις έγλειψε. Τότε ένας ανεμοσίφουνας σηκώθηκε ευθύς και σάρωσε το καλύβι της μάγισσας! Και το μικρό κορίτσι μόλις που πρόλαβε να δει τα πρόσωπα που χόρευαν μέσα του κι έμοιαζαν με τα φύκια και τα κοχύλια που βρίσκει κανείς στο λασπερό βυθό της λίμνης τα ζεστά πρωινά του Ιουλίου. Ένα από αυτά την αγκάλιασε από τη μέση και την έβαλε κι εκείνη στο χορό. Κι όπως ήρθε εκείνος ο παράξενος άνεμος, έτσι κι εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκε και το κορίτσι με τα μαλλιά που έκρυβαν μέσα τους το ασήμι του σούρουπου.

Η μάγισσα τραβούσε τα μαλλιά της από τη στεναχώρια της, γιατί με τον καιρό είχε αγαπήσει το παιδί εκείνο σαν δικό της κι όταν ο πατέρας του κοριτσιού την επισκέφτηκε το ίδιο βράδυ κι εκείνη του ιστόρησε τι είχε συμβεί της, ο ουρανός άστραψε και βρόντησε από το θυμό του και τα σύννεφα έκαναν τα νερά της λίμνης να μοιάζουν μαβιά σαν την άβυσσο. «Ήταν ο γιος του στοιχείου της λίμνης και το συνάφι του που την πήραν στα λημέρια τους και τώρα πια δεν θα φανεί ποτέ ξανά πάνω στη γη! Κατάρα στο στοιχείο της λίμνης και κατάρα και σε σένα Γιάτρισσα που δεν φύλαξες σαν τα μάτια σου την κόρη μου! Την κόρη του βασιλιά της Κατωμεριάς! Μα το αίμα του μαύρου κόκορα και το μέλι της σταφίδας, να μην ησυχάσουν ποτέ τα πόδια σου μέχρι να την ξαναβρείς!», φώναξε και χάθηκε μεμιάς σαν το δασοπούλι!.

Από τότε η μάγισσα πλανιέται νύχτα μέρα στην ακρολιμνιά και ψάχνει μέσα στα θολά νερά, χωρίς να σταθεί και χωρίς να ξαποστάσει, αφού τα πόδια της την πάνε όπου η κατάρα διατάσσει. Κι αν τύχει κι εσείς βρεθείτε κάποια μέρα στα μέρη εκείνα, το στοιχείο της αν ανταμώσετε μην φοβηθείτε μα λυπηθείτε για κείνη που ακόμα αναζητά, μια σταχτιά φιγούρα μέσα στου δειλινού τη σιγαλιά…