Βραχωρίτικοι Θρύλοι-Το λευκό φίδι

Στο μέρος εκείνο που σήμερα λέγεται Ζαπάντι, υπάρχει ένα χωράφι στη μέση του οποίου ξεπροβάλλει σαν αλλόκοτο, πέτρινο δέντρο ένας μιναρές.

Κι αυτό γιατί κάποτε υπήρχε εκεί ένα μεγάλο και λαμπρό τζαμί με ομορφοσκαλισμένους μιναρέδες, απ’ όπου ο μοεζίνης καλούσε κάθε μέρα τους πιστούς σε προσευχή και περισυλλογή. Οι τοίχοι του ήταν φτιαγμένοι από διαλεχτή κόκκινη πέτρα και ζωγραφισμένοι με παραστάσεις πουλιών, ζώων και διαφόρων αγγελικών μορφών. Πλάι στο τζάμι υπήρχε ένα μεγάλο δημόσιο λουτρό, αυτό που οι Τούρκοι αποκαλούν χαμάμ, όπου μαζεύονταν όλοι οι ευσεβείς προσκυνητές για να πλύνουν το σώμα και να εξαγνίσουν το πνεύμα τους. Μετά την ελληνική επανάσταση και το διωγμό των Τούρκων, το μέρος ερήμωσε και πολλοί κάτοικοι της περιοχής πήραν τις όμορφες πέτρες κι έφτιαξαν με αυτές τους φράχτες και τα υποστατικά τους, προσπαθώντας να ξορκίσουν την αλλόθρησκη μαγγανεία.

Πολλά χρόνια μετά από την επανάσταση κι αφού ο τόπος είχε πια γαληνέψει από μάχες και θρήνους, το μέρος όπου έστεκαν κάποτε τα δύο αυτά κτίρια, ερήμωσε. Δέντρα φύτρωσαν μέσα στις μαρμάρινες στέρνες που κάποτε φιλοξενούσαν τα κουρασμένα κορμιά των διαβατών και θάμνοι έπνιξαν την είσοδο από το τζάμι που πια είχε μείνει ένα φάντασμα του παλιού του εαυτού. Ιστορίες παράξενες άρχισαν να ιστορούνται για το μέρος εκείνο: για φαντάσματα περαστικά προσκυνητών που φοράνε σαρίκια κι αν απαντήσουν κάποιον του παίρνουν το κεφάλι με το γιαταγάνι που φοράνε στις χρυσοκέντητες ζώνες τους, για πανώριες γυναίκες που τραγουδούν πιο γλυκά από το αηδόνι και πνίγουν τους άτυχους χωρικούς στα λασπωμένα πια νερά, που μαζεύονται το χειμώνα στις μισο-γκρεμισμένες στέρνες κι άλλες πολλές τρομερές και σαγηνευτικές συνάμα αφηγήσεις.

Η πιο παράξενη από αυτές, είναι εκείνη του λευκού φιδιού και του ριζέμπορου. Μια φορά και κάποιον καιρό, ζούσε λοιπόν ένας πάμπλουτος ριζέμπορος που δεν είχε άλλο πράγμα στο νου του από το να βρει το μυθικό θησαυρό που άφησαν πίσω τους οι Τούρκοι, όταν αναγκάστηκαν ν' αφήσουν πίσω τους ό,τι είχαν και δεν είχαν και να φύγουν. Είχε επισκεφτεί μάντισσες και καφετζούδες, ζουδιάρηδες και κάθε λογής αλλαφροΐσκιωτους για να βρει την απάντηση σε αυτό που τον κρατούσε ξάγρυπνο τις νύχτες.

Μια μέρα απάντησε στο δρόμο μια γριά τσιγγάνα κι αφού την ασήμωσε, ζήτησε να μάθει για το θησαυρό κι εκείνη του είπε πως έπρεπε να τη συναντήσει σε τρεις μέρες, την ώρα που μόλις θ’ άρχισε να λάμπει η Πούλια, στο μέρος που τα δέντρα έσμιγαν με την είσοδο των παλιών λουτρών.

Ο άντρας πήγε και η γυναίκα του ζήτησε μια τρίχα από τα μαλλιά του και τρεις σταγόνες από το αίμα του. Έπειτα έπλεξε με κλαδιά ένα σύμβολο και το πέταξε μέσα στο βουρκιασμένο νερό. Έπειτα από λίγο το νερό τρέμησε κι από μέσα του βγήκε ένα φίδι, ολόλευκο σα φιλντισένιο με κάτι πελώρια ρουμπινένια μάτια.

«Ποιος με ξυπνά;», σύριξε και κοίταξε το ρυζέμπορο που είχε γίνει από την τρομάρα του, πράσινος σαν το καπρολάχανο.

«Ε-εγώ, ο Χ.», τόλμησε να ψελλίσει μετά από λίγο.

«Και σαν τι θέλεις;», αποκρίθηκε πάλι το περίεργο ζώο.

«Το θη-θησαυρό ψάχνω αφέντη μου!», είπε εκείνος.

«Μα το φεγγάρι της ερήμου! Και θαρρείς πως είσαι ο μόνος;! Κι άλλοι τόσοι ήρθαν σε μένα για να τον βρουν, αλλά δεν κράτησαν τον λόγο τους κι όλοι τους πλανιούνται τώρα στις ερημιές με το νου σαλεμένο και ζούνε σα ζητιάνοι. Εσύ θα το κάνεις;» συμπλήρωσε και κοίταξε τον άντρα με τα αιμάτινα μάτια του.

«Μα το Θεό, ότι κι αν προστάξεις θα υπακούσω! Δούλος σου», αναφώνησε ο ρυζέμπορος και χτύπησε το μέτωπο του στο χώμα.

Το φίδι ψήλωσε και χόντρυνε, μέχρι που έμοιαζε πια με μαρμάρινη κολώνα και είπε με φωνή που τράνταξε τα δέντρα και τις πέτρες: «Θα σου φανερώσω που θα βρεις τα κιούπια με το θησαυρό. Μάθε όμως πως θα πρέπει να δώσεις το πιο όμορφο και λαμπρό από τα πετράδια που θα βρεις μέσα του στον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις στο δρόμο σου! Αν δε το κάνεις αλίμονο σε σένα και στο σπιτικό σου!».

Αφού είπε αυτά, το φίδι έγινε πάλι τόσο δα και βούτηξε στο νερό. Ξάφνου ένας αέρας τρομερός σάρωσε τα δέντρα κι ένα από αυτά το σήκωσε έτσι που φάνηκαν οι ρίζες του. Κάτω από αυτές ο άντρας είδε μια πορτούλα, πέτρινη κι όταν την άνοιξε είδε σκαλιά που κατέβαιναν χαμηλά σ’ ένα μυστικό δωμάτιο. Όταν έφτασε στο τελευταίο σκαλί, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Κιούπια μεγάλα σαν το μπόι του γιομάτα πετράδια, ζαφείρια και φλουριά αμέτρητα! Κι ανάμεσα τους ένα μεγάλο σαν τη γροθιά του καταπράσινο ζαφείρι, το δίχως άλλο το πιο όμορφο που είχε δει! Τρεις φορές πήγε και ήρθε στο κάρο του για να τα φορτώσει όλα. Στο τέλος όταν τα είχε δέσει όλα καλά με τριχιά για να μην του φύγει ούτε γρόσι, έδωσε στην τσιγγάνα ένα καλό μπαξίσι και την έστειλε στην ευχή του Θεού. Εκείνη του είπε να προσέξει γιατί σύντομα θα τον έβρισκε μεγάλο κακό κι ας είχε τύχη ως τα τώρα. Μα ο ρυζέμπορος γέλασε και είπε μέσα του πως το δίχως άλλο η γυναίκα ζήλευε.

Στο δρόμο που πήγαινε για το σπίτι του κι ενώ σκεφτόταν όλα τα καλά που θα αγόραζε με τόσο χρυσάφι, απάντησε ένα μικρό αγόρι που έπαιζε μ’ ένα τόπι από προβιά. Τι παιδί τον κοίταξε αμίλητο και ο άντρας σκέφτηκε για λίγο τα όσα είχε συμφωνήσει με το φίδι. «Μπα και τι καλό θα βγει απ’ αυτό; Τι θα το κάνει μικρό παιδί το πετράδι, θα παίζει; Άσε που μπορεί να το δείρουν αν το δουν οι γονιοί του. Θα πιστέψουν δα πως του το έδωσε κάποιος διαβάτης;! Από κακό το γλυτώνω!», μονολόγησε όλο πείσμα και καμτσίκωσε τα βόδια του για να πάνε πιο γρήγορα. Δεν είχε φτάσει στα μισά του δρόμου, όταν φύσηξε πάλι εκείνος ο παλαβός αέρας και σήκωσε κι αυτόν και το κάρο του και τους έριξε στα πέρατα του ορίζοντα. Την άλλη μέρα ένας γείτονάς του βρήκε τα βόδια που βόσκαγαν αφύλαχτα σ’ ένα χωράφι κοντά στο ρέμα. Έψαξε τριγύρω γιατί γνώρισε ποιανού ήταν, μα δε βρήκε κανέναν.

Κανείς δεν ξαναείδε πια το ρυζέμπορο. Κάποιοι λένε πως γύριζε πάνω στα βουνά και ζητιανεύει αποφάγια από τους τσοπάνηδες κι άλλοι πως ένα βράδυ ο δρόμος του τον έβγαλε σ’ εκείνα τα μέρη του παλιού τζαμιού και πως μέσα στο σκοτάδι γλίστρησε και βρέθηκε μέσα στο νερό της χαλασμένης στέρνας και μετά από μέρες κάποιος χωρικός τον βρήκε πνιγμένο.