Βραχωριτικοι Θρύλοι-Το Δρακόσπηλο

 

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, στο μέρος που ονομάζουν Κλεισούρα, ζούσ’ ένας φημισμένος αγιογράφος ο Χ.

Γι’ αυτόν έλεγαν πως είχε αφήσει όλα τα καλά του και τα πλούτη του, γιατί ερχόταν από παλιά οικογένεια, ξακουστή και πήγε ν’ ασκητέψει σε κάποια από τις πολλές σπηλιές που υπάρχουν πάνω στο θεόρατο βράχο που σαν πετρωμένος γίγαντας φυλάει το μοναστήρι της Αγίας Ελεουσας. Εκεί λένε πως μαθήτευσε κοντά σ’ ένα γέροντα που ‘χε χέρια βλογημένα κι έμαθε να φκιάνει εικόνες, τόσο ζωντανές που λες και σου μιλούσαν. Πιο τρομερά όμως παράσταινε το δράκο τ' Άη Γιώργη. Έλεγες πως το θεριό εκείνο δεν ήταν από ξύλο και λάδι αλλά ζωντανό κι άμας άνοιγε το στόμα του σ’ έκανε μια χαψιά!

Σαν πέθανε ο Χ. τόνε θάψανε κοντά στο κελάκι π’ ασκήτευε. Μια τρούπα στενή που μόνο σούρνοντας χώραγε κάποιος να μπει. Ένα βράδυ, Ψυχοσάββατο ήταν, ο αναδεκτός του ο Π. που κυνήγαγε κεινες τις μέρες πουλιά κάπου αυτού κοντά έσυρε μέχρι το τάφο να του ανάψει το καντηλάκι να χαρεί η ψυχούλα του. Σα σίμωσε όμως κοντά στο βράχο τι να ιδεί! Ένα θεριό τρομερό με τραΐσια κέρατα και μάτια μεγάλα σα καζάνια έστεκε απάνου από το μνήμα κι έκλεε σα σκυλί ατάιγο. Το κεφάλι του ψηλό, ψηλό έφτανε τα κυπαρίσσια και τα ρουθούνια του που ‘ταν σα γαβάθες βαθιά έφεγγαν σα τη πυροστιά. Ο Π. έκαμε το σταυρό του κι είπε και δύο πατερημά μα ο διάολος δεν έλεγε να φύγει. Μια και δυο έπιασε το τουφέκι που ‘χε μέσα στο σακουλι του κι έκανε να του ρίξει, μα το θηρίο τον είδε κι άνοιξε κάτι φτερά σαν τα πανιά των καραβιώνε και πέταξε και πήγε και στάθηκε στη κορφή του βράχου κι έβγαλε μια φωνή που έτριξε η γης!

Από κείνη τη μέρα το βλέπανε να κάθεται κει με το φεγγάρι και να κοιτά κατά το τάφο. Οι παπάδες λιτανεύανε τακτικά κι όρισαν νηστεία σαράντα μερόνυχτων για να φύγει το κακό μα κείνο δεν έφυγε και όλοι περιμένανε πως θ’ ανοίξει η γης και γενεί η Δευτέρα Παρουσία, ώσπου έγινε μια μάζωξη στο καφενείο του Ορέστη του Γ. κι έβαλαν κλήρο οι αντρειωμένοι για το ποιοι θα πήγαιναν να το σκοτώσουν και ν’ απαλλάξουν το τόπο από το κρίμα. Πέντε παλικάρια με μπροστάρη το Γιώργο τον Αναδεξιό που τόνε λέγανε τότε κι αλαφροΐσκιωτο πήγαν ένα βράδυ κι έβαλαν φωτιά στη τρούπα που φωλιάζει το δρακί κι επεριμεναν να βγει για να το τουφεκίσουν. Μα κείνο τους ξεγέλασε. Έσκισε στα δύο το βράχο κι έφυγε πέρα κατά τον Οζερό. Μετά από πολλά χρόνια κάτι παιδιά που ψάρευαν βρήκανε κάτι κόκαλα μεγάλα και κίτρινα κι είπαν πως θα ‘τανε δικά του.

Έτσι χάθηκε κι ο δράκος κι ο φόβος έφυγε μαζί του. Και πως να βρέθηκε εδω νας; Ποιος ξέρει να πει; Κάποτε ο κυρ’ Ανέστης ο νεωκόρος σαν ήταν στο νεκροκρέβατο του ζήτησε να ξομολογηθεί και σαν έφτασε ο παπάς ο γιος του που περίμενε εξ’ απ’ τη πόρτα τον άκουσε να λέει πως το ‘χε μεγάλο κρίμα που, όταν ο Δεσπότης είχ' επισκεφτεί κάποτε το ξωκκλήσι της Παναγίας της Ελεούσας πήγε και ξομολογησε και το Χ. στο κελί του. Ο Ανέστης που έστεκε απ’ όξω με το θυμιατήρι τους κρυφάκουσε. Του ‘πε λοιπόν του δέσποτα ο Χ. πως σαν ήταν καλογερόπουλο ακόμη είχε βρει κείνο το δράκο στα χαλάσματα μιας παλιοκαλύβας κοντά στα Φραγκουλέικα κι έκανε να τον ξεκάνει μα το λυπήθηκε. Τον πήρε κοντά του και ζήταγε από τον Ορέστη τον Μ. να του παγαίνει κάπου, κάπου δύο πρατίνες ολόπαχες κι εκείνος τόνε πλήρωνε με γρόσσα τουρκικά κι έτσι ανάστησε κείνο το θηρίο και το βανε να παρασταίνει και το δράκο τ’ Άη Γιώργη. Ο Δεσπότης που θάρεψε πως ο Χ. χωράτευε, εθύμωσε κι έφυγε κείνο το ίδιο βράδυ χωρίς να λειτουργήσει. Να ‘ταν αλήθεια κείνη η ιστορία για κοροϊδία. Ποιος ξέρει να πει; Αν τύχει πάντως και περνάτε από τη Κλεισούρα θα δείτε πιο πάνω από το ξωκκλήσι ένα σκίσιμο στο βράχο απ’ άκρη σ’ άκρη. Από κει βγήκε ο δράκος για να γλυτώσει λένε το κάψιμο.