Βραχωρίτικοι Θρύλοι- Η γυναίκα του νεραϊδοπαρμένου

Της νύφης κι αν της έταξαν το ρόδινο στεφάνι,

Γοργά ο χάρος κίνησε στο μνήμα να τη βάνει.

Το γιοφύρι της Καλόγριας κάτου στο ρέμα του Άη Θωμά, τώρα το πνίγουν τα βάτα κι οι αγριαγκαθιες μα κάπουτε σαν ορθώθηκε καινούργιο και πέτρινο με τις τρεις καμάρες του και το τόξο του καθαρό σαν γαϊτανόφρυδο, έστεκε όλο περηφάνεια και σπουδή πάνω από το νερό που κυλούσε γοργά και τ’ αψηφούσε.

Έμοιαζαν τα δύο τους σαν παλιοί αντρειωμένοι που κάθε μέρα πολέμαγαν για να δουν ποιος θα νικήσει και θα φανεί ο άρχοντας του μέρους.

Κει πάνω από το γεφύρι ήταν ένα παλιό αρχοντόσπιτο που πια έπεσε και πάει καλιά του όπως πολλά στην πόλη μας. Σε κείνο το σπίτι ζούσε ο Δημήτρης ο Π. υφασματέμπορος από τους λίγους. Τόπια, τόπια τα υφάσματα στοιβάζονταν στο χαγιάτι του με τις ψηλές κολώνες που ‘χαν πάνω τους σκαλιστά πουλιά, λουλούδια και λογής, λογής θάματα κι από κει φορτώνονταν στα κάρα και κινούσαν για τα πέρατα της Ελλάδας.

Ο Π. λοιπόν είχε μια γυναίκα πανώρια που απέθανε όμως πουλύ νέα και τον άφησε να παιδεύεται ν’ αναστήσει την μοναχοκόρη τους τη Σμαράγδα. Την είπαν έτσι γιατί είχε δύο μάτια μεγάλα και πράσινα σα τα νερά της λίμνης άνοιξη καιρό. Το κορίτσι μεγάλωσε κι έγινε μια λυγερή που την τραγουδούσαν παντού. Κάθε βράδυ κάτω από το παραθύρι της, όταν χτένιζε τα μακριά μαλλιά της που έφταναν μέχρι το χώμα, στέκονταν νέοι πολλοί κι οι αναστεναγμοί τους μπλέκονταν με κείνους του νερού. Μα ο πατέρας της, θεριό ανήμερο δεν ήθελε ν’ ακούσει για γάμο κι έβγαινε με τις βράκες και τη πιστόλα που ‘χε σαν ήταν παλικάρι και πολεμούσε με το Βαρνακιώτη και τους φοβέριζε.

Βλέπετε μια γριά Σαββατογεννημένη του ‘χε πει κάποτε πως άμα παντρευόταν η κόρη του θ’ ανταμώσει γοργά το Χάρο κι έτσι κι εκείνος τι να κάμει, έκανε το δύσκολο. Μα προξενήτρες έρχονταν από κάθε μεριά της περιοχής να του ζητήσουν τη Σμαραγδώ και κουβαλούσαν μαζί κασέλες με φλουριά και φορέματα πλουμιστά, κεντημένα στη Μικρασία, μα προξενητάδες ξακουστοί που έφερναν μαζί τίτλους και αντιπροίκια, αυτός τίποτα. «Δε τη δίνω, είναι μικρή ακόμη, θα τη βάλω στα βάσανα από τώρα;» ή «σύρε να πεις του τάδε, πως άμα ήθελα γαμπρό ξεβράκωτο την έδινα σε Κραβαρίτη!». Έφερε γόισες και μάισες που ζούσαν πέρα στα βουνά να της πλέξουν φυλαχτό από απήγανο και ρόδι να τη λυπηθεί ο Θεός κι η κόρη μεγάλωνε καλά και όμορφα.

Δεν τα ‘χε υπολογίσει όμως καλά ο έρμος ο πατέρας γιατί σαν θέλει η μοίρα να γίνει το δικό της δε λογαριάζει από τοίχους, ούτε από φυλάγματα. Έτσι κι η Σμαράγδα ένα βράδυ εκεί που έπλεκε τα μαλλιά της, άκουσε γλυκά να τραγουδεί μια φλογέρα. Σάστισε η ομορφονιά κι είδε μέσα από τα φύλλα της λεύκας που στεκε μπρος στο παράθυρο της, ένα βοσκόπουλο να κάθεται πάνω στο γεφύρι και να παίζει μια κοκαλένια φλογέρα. Τόσο γλυκά και όμορφα έπαιζε που η κοπέλα έχασε τα λογικά της και τον αγάπησε παράφορα. Κάθε βράδυ έλιωνε από την προσμονή μέχρι ν’ ακούσει εκείνο τον άγιο ήχο της φλογέρας και να τον δει να κάθεται πάνω στο γιοφύρι. Κείνος πρόσωπο στρογγυλό και μάτια βαθιά σαν των Αρχαγγέλων. Τα χείλη του φάνταζαν απαλά και κόκκινα σα το λουλούδι της ροδιάς κι η Σμαραγδώ πόσες φορές ευχήθηκε να ήταν εκείνη, η φλογέρα που με τόση τρυφεράδα άγγιζαν.

Ο καιρός πέρασε και το κορίτσι όλο κι αρρώσταινε και αδυνάτιζε από τον καημό του. Ο πατέρας της που τόσο την αγαπούσε της έφερνε γλυκά και φαγιά τα πιο εκλεκτά. Τη στόλιζε με διαμάντια και φορέματα διαλεχτά, μα εκείνη μέρα με τη μέρα έσβηνε και χάνονταν. Έστειλε να φωνάξουν τους πιο ξακουστους γιατρούς και όταν είδε πως τα δικά τους τα γιατρικά δεν έπιαναν, έστειλε χήρες και κοπέλες για να κάνουν τάματα σε κάθε άγιο και όσιο που θα τον σπλαχνιζόταν.

Έν’ απομεσήμερο μη μπορώντας να βλέπει πια τη μοναχοκόρη του να λιώνει σαν το κερί τη ρώτησε: «τι ν’ αυτό που θέλει η ψυχούλα σου Σμαραγδώ μου και δε στο έχω εδώ στα πόδια σου;» κι η κοπέλα είπε: «του βοσκόπουλου του Γ. την αγάπη να είχα πατέρα και θα ‘βλεπες πως θα στα μάγουλα μου θα φούντωνε το αίμα». Άστραψε και κόρωσε ο γέρος. «Κορη συλλογιέσαι τι λες;! Μη δεν ξέρεις πως ο Γ. είναι νεραϊδοσήμαδος από τα γεννοφάσκια του και μήτε παπάς μητε Βαγγέλιο τόνε κάνουν καλά! Γυρίζει στις ερημιές κι η δόλια η μάνα του καταριέται τη μέρα που τη πήρε ο ύπνους κάτου στο καπνοχώραφο και το λαβωσανε το παιδί της οι νεράιδες! Τα λογικά του ‘παν χαμένα κι αλίμονο σ’ αυτόν και στους ανθρώπους του!»

Μα η κοπέλα έδινε και ξανάδινε την ίδια απόκριση κάθε μέρα, κάθε νύχτα.

Είδε κι απόειδε λοιπόν ο υφασματέμπορας κι έστειλε τη κόρη του πέρα μακριά σε μιας συγγένισας του το σπίτι, γιατί έτσι έλεγε πως το κορίτσι θα ξεχνούσε με τον καιρό. Μα η λησμονιά δεν ερχόταν κι η κόρη έπεσε στο κρεβάτι με θέρμη και όνειρα μαύρα. Μα να σου κι έπειτα από δύο βράδια, ακούει γλυκό τραγούδι κάτω απ’ το παραθύρι της. Κοιτάει και τι να ειδεί! Το βοσκόπουλο από κάτου να την κοιτάζει με κείνο το ολόγλυκο βλέμμα που τη σκλάβωσε.

Μια και δυο δίνει μια και πηδά η κόρη πάνω στο δέντρο και κάτω μέσα στην αγκαλιά του! Έφυγαν και τράβηξαν για το λόγκο κι εκεί έζησαν αστεφάνωτοι για καιρό και καιρό μέχρι που το παλικάρι χάθηκε μια μέρα και δε ξαναφάνηκε πια. Είπαν πως εγύρισε στα περβόλια των ανεράιδων. Η Σμαραγδώ από τη στεναχώρια της πήγε ένα βράδυ κι έπεσε μες τα νερά που κυλούσαν κάτω απ’ το γεφύρι κι επνίγηκε.

Ο γερο-πατέρας της την έθαψε κοντά στην ακροποταμιά κι έφυγε απ’ το Βραχώρι για τα μέρη εκείνα απ’ όπου βγαίνει λένε ο ήλιος και οι άνθρωποι είναι κίτρινοι σα τα φλουριά.

Λένε πως από κείνο τον καιρό κάνεις διαβάτης δεν περνά από κει χωρίς ν’ ακούσει μια γλυκόλαλη φωνή να μουρμούρα το σκοπό που έπαιζε στη φλογέρα του το βοσκόπουλο. Είναι η Σμάραγδώ που κάθε δείλι κάθεται πάνω στο γεφύρι και χτενίζει τα μαλλιά της που φτάνουν μέχρι τα νερά του ποταμού. Αλίμονο σε κείνον που δε θα τραγουδήσει μαζί της λένε το νεραϊδο-σκοπό. Του παίρνει τη λαλιά κι αυτός γυρίζει πίσω στους δικούς του μουγγός.